Με δυνατές γραμμές χώθηκε το βέλος στο εφήβαιο. Η εξωπραγματική φιγούρα ανατρίχιασε και χαμογέλασε. Γυρισμένη σχεδόν ανάποδα, μετέωρη, έσπρωξε ελαφρά το ταβάνι και το λάστιχο παλινδρόμησε και βρέθηκε στη καίρια θέση. Ακόμα ένα βέλος, το τέταρτο, τρύπησε με αναίδεια το στρογγυλό γεμάτο στήθος, στο μέρος της καρδιάς, κάτω από την μικρή θηλή που στάθηκε όρθια απ’ αυτόν τον πρωτόγνωρο ερεθισμό. Βιαστικές σταγόνες αίμα έτρεξαν στη γραμμωμένη κοιλιά. Το γαντοφορεμένο χέρι δούλευε με σουρεαλιστική ταχύτητα. Τα μάτια σφάλισαν από οδύνη σ’ αυτό το τελευταίο χτύπημα. Τα χέρια συσπάσθηκαν σε προθανάτια αποδοκιμασία. Το αριστερό πάγωσε στον χρόνο αφήνοντας με οδύνη να ξεγλιστρήσει το πρώτο βέλος το καρφωμένο στον δυνατό απαλό μηρό καθώς το δεύτερο χωνόταν ανάμεσα στους έντονα διαγραμμένους μύες της κοιλιάς. Το τρίτο βέλος, εκείνο που βρήκε το ξανθό εφήβαιο, χωμένο πιο βαθιά απ’ όλα, προκάλεσε μια πλημμύρα από ρουμπινένιο αίμα. Με μία ταλάντωση ο περίεργος Φαντομάς στάθηκε από κάτω και άνοιξε το στόμα περιμένοντας να χυθεί το αίμα μέσα. Με βαθιά ανάσα σαν ν’ απολαμβάνει τον αέρα του βουνού έκλεισε τα μάτια και ακινητοποιήθηκε στον αέρα. Το χέρι χάιδεψε το τραυματισμένο μουνί. Αλλά ο θάνατος καβαλούσε εκείνο το τέταρτο βέλος. Το δεξί χέρι της πονεμένης μορφής πιάστηκε στη κίνηση μελλοθάνατης ύστατης προσπάθειας να ξεκαρφώσει την μοιραία αιχμή από το πάλλευκο στήθος. Το μυώδες, καλλίγραμμο, μικροκαμωμένο σώμα έστριψε αφύσικα παγιδευμένο στη θνησιμότητά του και το φουσκωτό κερασένιο στοματάκι άνοιξε από οδύνη και έκπληξη αφήνοντας να φανούν μια σειρά κατάλευκα δόντια.Σκουπίζοντας τον ιδρώτα με το πίσω μέρος της παλάμης η μαυροντυμένη λεπτή φιγούρα έσπρωξε πάλι το ταβάνι και προσγειώθηκε με την πλάτη στον απέναντι τοίχο. Τον έπιασε σαν τον αραχνάνθρωπο με τα τέσσερα λυγισμένα μέλη της και ακινητοποιήθηκε στον αέρα για να θαυμάσει με γουρλωμένα μάτια το αποτρόπαιο θανατικό. ‘Με λένε Μιχαήλ Άγγελο,’ ούρλιαξε και ένα μανιακό γέλιο ήχησε δυνατά στο τούνελ. Η αυτοσχέδια καθιστή αιώρα, κρεμασμένη επικίνδυνα από την ψευδοροφή της αποβάθρας, μπήκε σε ξέφρενη τροχιά και τα υστερικά ουρλιαχτά έσκαγαν στα τοιχώματα της σήραγγας το ένα μετά το άλλο πριν διαλυθούν στα μαύρα σκοτάδια.1Με τα μάτια γουρλωμένα ο σεκιουριτάς στην πρωινή του περιπολία πριν ανοίξουν οι πύλες του σταθμού Συγγρού-Φιξ ανοιγόκλεινε αποσβολωμένος το στόμα του σαν χρυσόψαρο. ‘Τό μ...μαύρο φτ...φταίει, χ...χτες,’ επαναλάμβανε από μέσα του με το βλέμμα κολλημένο στο θέαμα που του χαστούκιζε τον εγκέφαλο. "Μα πώς...αφού τόχω βδομάδες και δεν έχει ξαναγίνει αυτό,"ψέλλισε επιτέλους ταραγμένος. Το προηγούμενο βράδυ είχε όντως καπνίσει κάτι παραπάνω λόγω της καινούριας γκόμενας. Την είχε ψωνίσει στο Μπουρνάζι και τούχε κάτσει σχεδόν αμέσως. Τόσο που με μανία έστριβε τσιγαριλίκια το ένα μετά το άλλο μπας και την καλμάρει. Ήταν αχόρταγη. Αμέσως έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει προς την επιφάνεια του εδάφους, στο κέντρο ασφαλείας. Ανεβαίνοντας δυο δυο τις κυλιόμενες έφτασε λαχανιασμένος και άνοιξε ορμητικά την πόρτα. "Τί στον διάτανο..." φώναξε ξαφνιασμένη η προϊσταμένη, μια στρουμπουλή μελαχροινή περίπου 35 χρονών την οποία κολάκευε πολύ η προσεκτικά ραμμένη κυανή στολή. "Έ..έ...έχουν," άρχισε με κομμένη την ανάσα από την τρεχάλα και το τσιγάρο,
"ζωγραφίσει το ταβάνι..." και τελείωσε μονοκοπανιά. Σήκωσε τον καφέ της και τον έφερε στα χείλη της. Πιο ήρεμη ξανακοίταξε τον σεκιουριτά. "Έναν άγγελο;" ρώτησε και τα φρύδια της μαζεύτηκαν σε περισπωμένη. Ο δύστυχος οπλοφόρος έγνεψε καταφατικά. Από το μυαλό της άρχισαν να περνάνε διάφορες εικόνες με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Προσπαθούσε να θυμηθεί τίποτε χριστιανικές φάτσες χωρίς ίχνος μακιγιάζ, με άχρωμα ρούχα, απ’ αυτούς που άμα τους προσέξεις σου ανακατεύουν το στομάχι, λες και όσο πιο άχρωμα τα ρούχα τους τόσο πιο εύκολα θα πετύχουν τον στόχο τους. Κάτι σαν εξωγήινοι προγραμματισμένοι να σε βαφτίσουν στην κολυμβήθρα της δυστυχίας. Κι εσύ κοιτάς το ήρεμο αυτό χαμογελαστό πλάσμα με τη θεϊκή του έμπνευση κι αναρωτιέσαι γιατί είναι πια τόσο τραγικά τ’ αποτελέσματα του ανερωτισμού και της ξηρασίας των γεννητικών οργάνων. Αλλά το μπερδεμένο μυαλό της δεν θυμόταν τίποτε. "Εσύ χθες είδες τίποτε ύποπτο; Κανέναν απ’ αυτούς με τους σταυρούς και τους κότσους;" Ο στρατιώτης την κοίταξε με απορία. Μετά σαν να τούρθε αναλαμπή, αναπήδησε: "όχι τέτοιο άγγελο. Είναι γυμνός, δηλαδή γυμνή, δηλαδή έχει φτερά αλλά είναι τρυπημένος-μένη με βέλη," είπε περήφανος για το μήκος της φράσης του. Η ανώτερη του σηκώθηκε αργά με το στόμα μισανοιγμένο από την απορία. Προχώρησε προς την πόρτα και σταμάτησε: "δείξε μου," είπε ξεψυχισμένα.
Δυο μακριά χέρια την άρπαξαν από πίσω την ώρα που μπήκε στο δωμάτιο. Την γύρισαν σαν πάνινη κούκλα και δυο χείλη έπεσαν με ορμή στο μικρό ρόδινο στόμα την ώρα που τα χέρια της ξεφορτώνονταν το βυσσινί δερμάτινο παντελόνι της ξανθούλας. Ρούφηξε την μικρή γλώσσα και άρχισε να την δαγκώνει απαλά αλλά απειλητικά. Έψαξε στα τυφλά να βρει το εσώρουχο αλλά τα χέρια της έπιασαν σάρκα. Η μιροκαμωμένη γυναίκα χαμογέλασε μέσα στο φιλί και ψιθύρισε στο στόμα της, "δεν είναι καλύτερα έτσι;" Ένας βαθύς και μάλλον μη ανθρώπινος βρυχηθμός ήταν η απάντηση και σηκώνοντας την μικρή την ξάπλωσε στο κρεβάτι όπου έπεσε από πάνω της. Μικρά, ευέλικτα χέρια ξεκούμπωσαν το στενό, εφαρμοστό τζιν της και χώθηκαν κάτω από το άσπρο μακό. Η Ντέλλα με υπεράνθρωπη προσπάθεια πέταξε τα ρούχα από πάνω της. Στηρίχτηκε στα δυνατά της χέρια και χαμήλωσε τα βαριά της στήθη στα στήθη της νέας μη ακουμπώντας την πουθενά αλλού. Οι ρώγες στημένες όρθιες στο άγγιγμά τους διαπέρασαν σαν με ρεύμα τα δύο σώματα. Κοιτάζοντας κάτω είδε το μαύρο μουνί της να αιωρείται πάνω από το ξανθοκόκκινο. Και τα δύο γυάλιζαν από την πλημμύρα του ερεθισμού. Η Ντέλλα έκλεισε τα μάτια και σήκωσε το κεφάλι της ψηλά. Ο μακρύς λαιμός της τεντώθηκε και η αρτηρία παλλόταν με δύναμη στον τρελλό ρυθμό των σφυγμών του πόθου που την κυρίευσε στο θέαμα. Μουγκρίζοντας δυνατά γονάτισε ανάμεσα από τα πόδια της μικρότερης γυναίκας τα σήκωσε και χαμήλωσε το μουνί της πάνω στο ξανθό. Με το ένα χέρι άνοιξε τα δικά της μουσκεμένα χείλη και αναστέναξε βαθιά όταν αυτά κάθισαν στα καυτά χείλη που περίμεναν ανυπόμονα από κάτω της. Η μικρή άρχισε να κουνιέται σπασμωδικά από την ηδονή και να σπαρταράει ασυγκράτητη. Η Ντέλλα την ακινητοποίησε και σταμάτησε όλη την δράση. Η Βερενίκη ούρλιαξε από αδημονία. Χαμογελώντας, τίναξε τα εβένινα μαλλιά της στην πλάτη της και άρχισε να κουνάει τους γοφούς της αργά και βασανιστικά. Η Βερενίκη προσπάθησε να επιταχύνει τον ρυθμό αλλά μάταια καθώς το μεγαλύτερο και βαρύτερο σώμα από πάνω της δεν έχανε ούτε ένα μέτρο από το τέμπο του. «Σσς», ψιθύρισε στο κοραλλένιο αυτάκι η Ντέλλα. "Όλα θα γίνουν", της είπε και πιπίλισε τον τρυφερό λοβό. Τα υγρά ενώνονταν, ανακατεύονταν, γίνονταν ένα παραδεισένιο κοκτέιλ. Τα αιδοία γλιστρούσαν το ένα πάνω στο άλλο προκαλώντας σπινθήρες. Η Ντέλλα αδυσώπητη κρατούσε τον ρυθμό αργό και σταθερό. Η ανάσα της όμως πρόδιδε την προσπάθειά της να συγκρατηθεί. Είχε φτάσει πολλές φορές στο ζενίθ και σταμάτησε με τιτάνια προσπάθεια πριν μπει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Χρησιμοποιούσε εικόνες από το τελευταίο Δημοτικό Συμβούλιο που είχε παρακολουθήσει στο Δημαρχείο της πρωτεύουσας για να κουλάρει και να καθυστερήσει τον οργασμό της. Στην αρχή η αποτροπιαστική εικόνα είχε αποτέλεσμα αλλά όσο πήγαινε τόσο τα αντιπαθητικά πρόσωπα χανόντουσαν πίσω από ένα βαρύ πέπλο και έμενε μόνο η εικόνα του τέλεια διαγραμμένου σώματος που σπαρταρούσε από κάτω της. Ήθελε όμως πρώτα να χύσει το γλυκό σώμα από κάτω της. Αλλά να χύσει όσο αργότερα γινόταν. Ήθελε να γευτεί αυτή την απόλαυση για όσο πιο πολύ μπορούσε να την κρατήσει. Η ξανθούλα πρασινομάτα όταν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε έλεος με την αμαζόνα από πάνω της πήρε βαθιές ανάσες και έκλεισε στα πόδια της την λεπτή μέση του ψηλού κορμιού. Ξεφυσώντας λαχανιασμένα άφησε τον αργό ρυθμό να την συνεπάρει. Όπως και έγινε. Συγχρονίστηκε αναγκαστικά και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το γλυκό βάρος που την κάλυπτε ολόκληρη. Το μαύρο έσπρωχνε προς τα κάτω και το ξανθοκόκκινο προς τα πάνω. Και ξανά. Και ξανά. Αργά και ρυθμικά, βασανιστικά και ερεθιστικά. Οι κλειτορίδες πάλευαν για κυριαρχία και εκτόνωση. Η μικρή άρχισε να ξεφυσάει πιο γρήγορα. Τα πόδια της άφησαν την λεπτή μέση και μαζεύτηκαν όσο πιο πίσω γινόταν σχεδόν αγγίζοντας τους ώμους της. Τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στους σφικτούς στρογγυλούς γοφούς που την ταλάνιζαν σπρώχνοντας με δύναμη προς τα κάτω. Οι σφυγμοί της ανέβαιναν με ταχύτατο ρυθμό αλλά το σώμα της κρατιόταν σαν σε μέγγενη και χωρίς να μπορεί ν’ ακολουθήσει τον ξέφρενο ρυθμό του μέσα της. Η σύγκρουση των ρυθμών την τρέλλαινε. Όταν άρχισε να κοντεύει και να φτάνει στα όρια του πόνου, ξανάσφιξε με τα πόδια την μέση της Ντέλλας και ψιθύρισε απελπισμένη με δυο δάκρυα να λαμπυρίζουν στα καταπράσινα μάτια της, "σε παρακαλώ...". Έφτασε αυτή η σπαραχτική παράκληση για να λυγίσει η Ντέλλα επιτέλους. Οι γοφοί της άρχισαν να επιταχύνουν όλο και πιο πολύ, όλο και πιο δυνατά φτάνοντας σ’ έναν τρελλό ρυθμό. Και οι δύο γυναίκες τώρα ήταν εκτός ελέγχου. Η Ντέλλα προσπάθησε να συγκρατηθεί για να μείνει πιστή στην πρωτινή της απόφαση. Το Δημοτικό Συμβούλιο όμως βυθίστηκε στην ασημαντότητά του κι εξαφανίστηκε από το πυρωμένο της μυαλό. Το κύμα που την άρπαξε ήταν δυνατώτερο απ’ ό,τιδήποτε είχε ξανανοιώσει στο παρελθόν. Μέσα στο θολωμένο της μυαλό άκουσε από το υπερπέραν τις κραυγές της μικρής να ενώνονται με τις δικές της και ένοιωσε τα λεπτά, δυνατά πόδια που μέχρι τότε έσφιγγαν την μέση της ξαφνικά να λύνονται και να πέφτουν σαν άδεια στο κρεβάτι.
"Ώστε όλα ήταν κλειδωμένα", επανέλαβε ψυχρά ο επικεφαλής
της ερευνητικής επιτροπής. Ένας πίνακας. Μόνο έτσι μπορούσες να περιγράψεις την τοιχογραφία στον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ένας θηλυκός έκπτωτος άγγελος που με ορμή σε λίγο θα έπεφτε στην αποβάθρα και θα κυλούσε μέσα στον ρόγχο του θανάτου στις γραμμές του τραίνου τρυπημένος από τα βέλη που διέκοψαν την πτήση του. Ο Παύλου κοιτούσε κι αυτός το έργο με ανάμιχτα συναισθήματα δέους και ανικανότητας να πιστέψει στα μάτια του. "Καπέλλα Σιξτίνα," ψιθύρισε άθελά του. "Τί καπέλλα;" απόρησε ο αστυνομικός δίπλα του κοιτάζοντάς τον σαν ήταν ο τρελλός του ορεινού χωριού του. Ο Παύλου τον αγνόησε. Η προϊσταμένη του σταθμού ήταν ανάστατη και περίεργα φουντωμένη, στα όρια της αποπληξίας. Ήταν όντως μια αγγελική μορφή. Ξανθιά, μικροκαμωμένη, με τα λευκά φτερά να βγαίνουν ασυγχρόνιστα από τις λεπτές αλλά σμιλεμένες ωμοπλάτες. Τα μάτια ερμητικά κλειστά και η έκφραση του πόνου παρέπεμπαν σε Άγιο Σεβαστιανό και Θάνατο του Κύκνου. Τα βέλη έβγαιναν ζωγραφισμένα με μένος από την καρδιά, το εφήβαιο, την γραμμωτή κοιλιά και τον δεξί μηρό. Όλο το σύνολο φτιαγμένο με παστέλ και κάρβουνο. Δυνατές και γρήγορες γραμμές που έδειχναν την πίεση του χρόνου στον άγνωστο καλλιτέχνη. Αλλά και την μανία του. ‘Ντέλλα, αυτό είναι μάλλον για σένα γιατί εδώ δεν βγαίνει άκρη,’ σκέφτηκε βλέποντας να διαγράφεται μπροστά του το φάσμα της απίστευτης χαρτούρας που τον περίμενε, της ασυνεννοησίας πίσω στο τμήμα και της προσπάθειας που θα χρειαζόταν να εξηγήσει τί είδε στους συναδέλφους του. Ήξερε ότι η Ντέλλα ήταν απασχολημένη με μία καινούρια ύπαρξη που ούτε την είχε δει. Όταν την πέτυχε στο τμήμα για κείνη την υπόθεση της Κυβέλης όπου έκλεινε τον φάκελο της δεμένης και πεταμένης στα σκουπίδια γυναίκας, του είπε απλώς να μην την ενοχλήσει για κάποιο διάστημα. Πήγε να την δουλέψει λίγο μιλώντας για γυναικοδουλειές αλλά το γαλάζιο, ατσάλινο βλέμμα τον έβαλε στην θέση του. ‘Ποιός την ακούει τώρα” αναστέναξε βγάζοντας το κινητό του. Βγήκε ο τηλεφωνητής. Άφησε ένα σύντομο μήνυμα και επανήλθε στον χώρο του εγκλήματος. "Παύλου!" ακούστηκε ένα γαύγισμα. "Μάλιστα," απάντησε αναπηδώντας. Πλησιάζοντας ο διοικητής με γρήγορα βήματα τον πήρε στην άκρη. "Άκου παιδί μου," του είπε πιο μαλακά. "Θα κλείσουμε την γραμμή για Δάφνη και θα γίνει το σώσε. Τα κανάλια ήδη κάτι πήραν χαμπάρι κι έρχονται. Ειδοποίησε την τροχαία γιατί οι δρόμοι θα πήξουν. Και κάνε κάτι για τα κανάλια," είπε κι αποχώρησε έχοντας περάσει το μπαλλάκι. Ο Παύλου, με έκφραση απελπισίας έφερε στο μυαλό του τα κανάλια και πισωπάτησε με αστάθεια. ‘Χριστέ μου,’ σκέφτηκε.
Σωριάστηκε πάνω στο μικροκαμωμένο σώμα ανίκανη να κουνήσει ούτε το χέρι της. Σε κατάσταση πλήρους παράλυσης έμειναν οι δύο γυναίκες ακίνητες, προσπαθώντας να βρουν την ανάσα τους. Μετά από αμέτρητη ώρα δύο μπράτσα λεπτά μα νευρώδη τυλίχτηκαν γύρω από τον λαιμό της ψηλόκορμης γυναίκας. Εκείνη προσπάθησε να κουνηθεί. "Σε πλακώνω...", ψέλλισε. "Όχι, μη κουνηθείς", απήντησε μ’ ένα φιλί στον μαρμάρινο ώμο. Και σ’ αυτήν την στάση η Ντέλλα βυθίστηκε σ’ έναν ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα. Η Βερενίκη παρατήρησε για λίγο τα αδρά χαρακτηριστικά του όμορφου κοιμώμενου προσώπου και φίλησε το μέτωπο της αμαζονικής γυναίκας. ‘Δεν πρόλαβα πάλι να της πω για το δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου, ούτε να την ρωτήσω τί έχει μέσα’, σκέφτηκε χαμογελώντας. Γυρίζοντας το κεφάλι της είδε ένα περίεργο αντικείμενο στο μεταλλικό κομοδίνο. Με περιέργεια άπλωσε το χέρι της και το σήκωσε. Τα μάτια της άνοιξαν τεράστια από πανικό μόλις αναγνώρισαν ένα ζευγάρι χειροπέδες. Η ανάσα της έγινε γρήγορη από την πρόσφατη ανάμνηση του πόνου που είχε νοιώσει στα χέρια της μανιακής Κυβέλης. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να ηρεμήσει. Ανοίγοντάς τα αργά άρχισε να τις περιεργάζεται. Με έκπληξη ένοιωσε το γνώριμο σφίξιμο στην κλειτορίδα της από την θύμηση του τί είχε συμβεί τόσο πρόσφατα. ‘Είμαι πολύ ανώμαλη,’ σκέφτηκε με δυσφορία. Γυρνώντας την προσοχή της στο αντικείμενο, τις γύρισε στο χέρι της και θαύμασε την λεπτοδουλειά που είχαν πάνω τους. Δεν είχαν καμμία σχέση με τις κοινές. Ήταν δερμάτινες και από μέσα είχαν επένδυση κόκκινη γουνίτσα. Κλείδωναν με μία μικρή μικροσκοπική μεταλλική κλειδαριά. Της έδωσαν μία αίσθηση ασφάλειας και άνεσης. Με προσοχή τις ακούμπησε αθόρυβα στο κομοδίνο. Κοίταξε την κοιμώμενη αμαζόνα και χαμογέλασε με ικανοποίηση. ‘Την διέλυσα. Δεν μ’ έχει πάρει χαμπάρει ακόμα’, σκέφτηκε και γέλασε πνιχτά. ‘Αλλά το κάνει θεϊκά. Το ωραιότερο πλακομούνι της ζωής μου’, και μ’ αυτή την σκέψη η ανυπόταχτη κλειτορίδα της άρχισε να στέλνει σουβλιές στο μυαλό της. Και το γεγονός ότι πλακωνόταν ακόμα από το μουνί που της είχε προκαλέσει τέτοια έκσταση πριν λίγο δεν βοηθούσε καθόλου να καταλαγιάσει τη φωτιά που δυνάμωνε. Πανικόβλητη η Βερενίκη ξεφύσηξε δυνατά. Η Ντέλλα άνοιξε τα μάτια της και ανασηκώθηκε. "Τί είναι μικρή μου;" "Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω", ψιθύρισε η μικρή. Και αυτόματα οι γοφοί της ανασηκώθηκαν σαν να ήθελαν να ρουφήξουν το μελαχροινό μουνί που ήταν παγιδευμένο ανάμεσά τους. Ανασηκώνοντας το φρύδι η Ντέλλα έσπρωξε παιχνιδιάρικα προς τα κάτω. Της ξανθούλας της κόπηκε η ανάσα. Όλα ήταν πάλι έτοιμα. "Είσαι αχόρταγη, λοιπόν," είπε χαμογελώντας με το γνωστό μισό της χαμόγελο η πανύψηλη γυναίκα. Η Βερενίκη κοκκίνισε και δεν είπε τίποτα. Η Ντέλλα έκανε να σηκωθεί. Απελπισμένα μικροκαμωμένα χέρια την άρπαξαν. "Πού πας;" ρώτησε κομπιάζοντας. "Θα δεις. Το μόνο που θέλω από σένα είναι να μη κουνηθείς από δω αλλά και να μη κάνεις τίποτα στον εαυτό σου όσο θα λείπω. Και επειδή είσαι λίγο ανυπόμονη θα μου επιτρέψεις να φροντίσω τα χέρια σου να είναι σε ασφαλή απόσταση", είπε και κατεβαίνοντας από το κρεβάτι πήρε στα χέρια της τις χειροπέδες. "Μου έχεις εμπιστοσύνη;" ρώτησε χαμηλόφωνα κοιτώντας βαθιά τα πράσινα μάτια. Το ξανθό κεφάλι έγνεψε καταφατικά. Πιάνοντας το αριστερό χέρι της το ανέβασε στην άκρη του μεταλλικού κεφαλαριού και το έδεσε με το ένα ζευγάρι χειροπέδες. Η Ντέλλα την κοίταξε προσεκτικά να δει αν η μικρή έδειχνε κάποια ανησυχία. Το μόνο που είδε ήταν πόθος κι εμπιστοσύνη. Έβγαλε από το συρτάρι του κομοδίνου ένα δεύτερο ζευγάρι και ανέβηκε στο κρεβάτι να δέσει και το άλλο χέρι αφήνοντας το στήθος της να περάσει πάνω από το στόμα της ξανθούλας. Εκείνη το άρπαξε με λαχτάρα κι άρχισε να το πιπιλάει με μανία. Η Ντέλλα αναστέναξε και τραβήχτηκε. "Υπομονή κοριτσάκι". Εκείνη την ώρα άκουσε από μέσα από το γραφείο της το γνώριμο κλικ του τηλεφωνητή. Από συνήθεια η ασυνήθιστα οξεία ακοή της τεντώθηκε. Η Βερενίκη βρήκε την ευκαιρία και ξαναπήρε στο στόμα της την κοντινότερη ρώγα. Η Ντέλλα κοίταξε έκπληκτη προς τα κάτω. "...στο μετρό. Δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Η Δήμαρχος είναι έξαλλη, το
ίδιο και ο Υπουργός. Σε παρακαλώ πάρε με άμεσα", έλεγε μια πανικόβλητη
φωνή. Η Ντέλλα απαγκιστρώθηκε με δυσκολία και λαχανιασμένη ξεφύσηξε "μια
στιγμή κούκλα μου". "Είναι ένας φίλος μου απ’ την αστυνομία που δεν με παίρνει ποτέ παρά μόνο όταν χάνεται ο κόσμος," είπε. Και πρόσθεσε, "στ’ ορκίζομαι ότι μετά όλα θα γίνουν όπως πρέπει." Η μικρή δαγκώθηκε και ανασηκώθηκε. Κοιτάχτηκαν για λίγο ηλεκτρισμένα. Τα μάτια της Βερενίκης ξαφνικά έλαμψαν πονηρά. "Αν μου υποσχεθείς κάτι τότε εντάξει", είπε και το δάχτυλό της πέρασε
ανεπαίσθητα σχεδόν σε όλο το μήκος του μελαχροινού αιδοίου. Η Ντέλλα σφίχτηκε.
Η Ντέλλα προχώρησε προς την πόρτα μη μπορώντας να ξεκολλήσει τα μάτια της από το μικρό χέρι που έπαιζε με το ωραιότερο ξανθό μουνί που είχε δει ποτέ της. Μόνο η τρομακτική της θέληση την έκανε να βγει ακουμπώντας στον τοίχο ζαλισμένη μόλις βγήκε στον διάδρομο. Με μια βαθιά ανάσα προχώρησε προς το γραφείο της. Κάθισε γυμνή στην καρέκλα της και πάτησε το κουμπί του τηλεφωνητή. Ήταν όντως ο Πέτρος Παύλου από το τμήμα. Η φωνή του ήταν βεβιασμένη. "Κάποιος ζωγράφισε το ταβάνι στο μετρό. Δεν ξέρουμε τί να κάνουμε. Η Δήμαρχος είναι έξαλλη, το ίδιο και ο Υπουργός. Σε παρακαλώ πάρε με άμεσα". Η Ντέλλα κοίταξε έκπληκτη τον τηλεφωνητή. Μετά έβαλε τα γέλια.
"Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές ο σταθμός Συγγρού-Φιξ έχει καταστραφεί από βανδάλους. Οι δειλοί αυτοί καταστροφείς του πιο ωραίου μετρό στον κόσμο άφησαν τα βδελυρά τους ίχνη στους καθαρούς και άσπιλους τοίχους του σταθμού. Η Αθήνα σήμερα θρηνεί για την βεβήλωση αυτή του μεγάλου έργου λίγο πριν τους Ολυμπιακούς." Το λεπτό, νευρώδες χέρι χάιδευε το τηλεχειριστήριο γλιστρώντας δυο δάχτυλα πάνω κάτω σε όλο του το μήκος. Το άλλο χέρι έφερε ένα κρυστάλλινο ποτήρι κόκκινο κρασί στο στόμα της. Ένα σαρκαστικό μειδίαμα σχηματίστηκε στα καλλίγραμμα χείλη. "Ανόητε," μίλησε βραχνά η λεπτή ξανθιά ύπαρξη βυθισμένη σε μία τεράστια βελούδινη πολυθρόνα. "Τώρα είναι πιο ωραίο από ποτέ." Αναστέναξε βαθιά φέρνοντας το χέρι της στα ξανθά μακριά μαλλιά της. "Τίποτα δεν καταλαβαίνουν οι άθλιοι. Μόνο εσύ," και κόπηκε η φωνή της απότομα στη σκέψη αυτή. Τα σκούρα καστανά μάτια της μισόκλεισαν και καρφώθηκαν στο κενό. "Εσύ θα καταλάβεις τί εννοώ," είπε και ξέσπασε σε γέλια. "Αν έκαναν καλά την δουλειά τους αυτοί οι πίθηκοι θα έπρεπε να σε τραβήξουν την ώρα που το βλέπεις για πρώτη φορά. Για να δω κι εγώ κι όλη η Ελλάδα την φάτσα σου όταν θα καταλαβαίνεις τί εννοώ." Και μ’ αυτό σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει ενθουσιασμένη πάνω κάτω στο βαρύ σαλόνι με τις σιωπηλές αντίκες. "Θα δεις, θα καταλάβεις, θα φοβηθείς. Για πρώτη φορά θα σε δω φοβισμένη και όχι θυμωμένη μαζί μου. Για πρώτη φορά θα καταλάβεις με τι έχεις να κάνεις. Ήσουν ατρόμητη ως τώρα. Τίποτε δεν σε φόβιζε. Αλλά τώρα στα θαλασσιά σου μάτια," και μ’ αυτό πήρε μια κοφτή ανάσα κι έκλεισε τα μάτια σαν να χτύπησε κι ένοιωσε μια απρόσμενη σουβλιά. "Τα θαλασσιά σου μάτια," επανέλαβε ψιθυρίζοντας, ανοίγοντας αργά τα μάτια της. Έμεινε ακίνητη κοιτώντας το κενό. "Δεν θα ξαναγίνουν δικά μου. Γιατί ποτέ δεν ήταν. Τα είχα για λίγο, δανεικά. Μέχρι να εμφανιστεί η άλλη." Το όμορφο πρόσωπό της συσπάστηκε σε μια άσχημη έκφραση και το στόμα της συρρικνώθηκε σε μορφασμό οργής. Προχωρώντας γρήγορα άρπαξε το κρυστάλλινο, κολονάτο ποτήρι, το άδειασε με μια γουλιά και το πέταξε με μανία στον τοίχο. Τα γυαλιά σκορπίστηκαν παντού. "Θα σε κάνω να γονατίσεις. Εδώ μπροστά μου θα γονατίσεις και θα ικετεύεις και θα φωνάζεις ‘φτάνει’." Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε στην πολυθρόνα της. Πίσω της, στην ραφινάτη λαδί ταπετσαρία έχασκε ο λεκές από το σπασμένο ποτήρι. Άρπαξε το τηλεχειριστήριο κι έβαλε Αντένα. Το κάτω μέρος της οθόνης αναβόσβηνε ‘απ’ ευθείας μετάδοση απ΄ τον σταθμό Συγγρού-Φιξ’. "Τα τελευταία νέα είναι ότι το γκράφιτι έχει θέμα και ότι αυτοί που το έφτιαξαν προσπάθησαν να περάσουν κάποιο μήνυμα. Η αστυνομία δήλωσε ότι μέχρι να εξετασθούν λεπτομερώς όλα τα δεδομένα δεν είναι σε θέση να βγάλουν συμπεράσματα," ούρλιαζε σε υπομανιακή κατάσταση ο ρεπόρτερ. Πίσω του φάνηκε μια ψηλή ύπαρξη με γυαλιά ηλίου και μακριά κατάμαυρα μαλλιά που φορούσε ένα δερμάτινο σακάκι και τζιν. Η Κυβέλη έβγαλε ένα μουγκρητό και σηκώθηκε απότομα για να πέσει με τα γόνατα μπροστά στην οθόνη. Η ψηλή γυναίκα προχώρησε με γρήγορα βήματα και πέρασε την κόκκινη ταινία γνέφοντας ανεπαίσθητα στους δύο αστυνομικούς και τρέχοντας εξαφανίστηκε στις σκάλες του σταθμού πριν προλάβουν οι δημοσιογράφοι να την πάρουν χαμπάρι. "Πίσω σου μαλάκα, πίσω σου," ούρλιαξε η Κυβέλη και άρχισε να χοροπηδάει έξαλλη. "Πίσω σου ζώον, σας ξέφυγε πάλι, γαμώ το κέρατό σας, γαμώ το," και πιάνοντας το κεφάλι της ούρλιαξε δυνατά κλωτσώντας το τραπεζάκι της πολυθρόνας και ό,τι βρισκόταν μπροστά της. Λαχανιασμένη σταμάτησε και πήγε στο παράθυρο. Το άνοιξε με μία δυνατή κίνηση κι έβγαλε το κεφάλι της στον δροσερό, σχεδόν ανοιξιάτικο, αέρα κοντανασαίνοντας από την έξαρση. Απότομα γύρισε την πλάτη της στο παράθυρο. Τα δόντια και οι γροθιές της σφιγμένες. 'Το βλέπει τώρα, τώρα. Ή μάλλον όχι ακόμα. Τώρα της μιλάνε και της λένε τί έγινε. Τώρα κατεβαίνει τις σκάλες. Προχωράει γρήγορα αλλά την σταματάνε. Είναι αλαζονική και θυμωμένη που την ενοχλήσαν την ώρα που γαμούσε τη πουτάνα της. Σίγουρα την γαμούσε την ώρα που την πήραν να της το πούνε. Γιατί δεν κάνουν και τίποτ’ άλλο. Μπορεί να μην έχει κάνει καν ντους και να έχει την μυρωδιά της πάνω της. Και να έχει την γεύση της στο στόμα της. Και να κάνει ότι μιλάει σοβαρά ενώ γλύφει τα χείλια της για να την γευτεί πιο πολύ. Το μυαλό της είναι στο τί άφησε στο κρεβάτι πίσω της. Κι ακούει με μισό αυτί τί της λένε. Τώρα όμως πλησιάζει. Έχει βγάλει τα γυαλιά και κοιτάζει. Ρίχνει μια ματιά. Προχωράει. Πάει από κάτω. Τεντώνει το κεφάλι της για να δει καλύτερα. Βλέπει το μουνί πρώτα. Σίγουρα. Κάπου της αρέσει κιόλας και γλύφει τα χείλια της. Μετά τα βυζιά. Κι αυτά της αρέσουν και ξαναγλύφεται. Και τα πόδια και τον λαιμό. Όλα της αρέσουν και δεν λέει κουβέντα. Είναι όλα όπως της αρέσουν. Και τώρα πάει κάτω απ’ το κεφάλι. Και βλέπει καλύτερα. Τα ξανθά μαλλιά, το πρόσωπο. Τα μάτια τα έχω κλειστά για εφφέ. Αλλά δεν πειράζει. Τώρα αρχίζει και καταλαβαίνει. Το πρόσωπό της συσπάται και τα μάτια της γουρλώνουν. Της έρχεται να φύγει τρέχοντας για να γυρίσει πίσω να δει αν η πουτάνα της είναι καλά. Αλλά δεν μπορεί γιατί θα την πάρουν οι μπάτσοι από πίσω και θ’ ανακατευτούν και θα γίνουν όλα ρημαδιό. Ψάχνει να βρει τρόπο να φύγει ήρεμα χωρίς να την υποψιασθούνε. Αλλά ξέρει ότι θ’ αργήσει. Δεν μπορεί να ξεφύγει. Βγάζει το κινητό της. Την παίρνει στο τηλέφωνο. Τώρα, αυτή τη στιγμή της μιλάει. Τη ρωτάει αν είναι καλά. ‘Ναι, αγάπη μου, μια χαρά είμαι, εσύ;’ Δεν μπορεί να της πει αλλά της λέει μ’ αυτό το παγωμένο ύφος να κάνει ό,τι της λέει χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Ποιος ξέρει πού της λέει να πάει. Φοβάται τώρα και τρέμει η καρδούλα της και δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Και πρέπει να ψιθυρίζει για να μη την ακούσουνε. Το μυαλό της είναι θολωμένο και δεν μπορεί να προβλέψει τίποτε. Νομίζει ότι είμαι από κάτω έτοιμη να δράσω. Θάπρεπε να ξέρει, όμως, ότι έχω μάθει πολλά κόλπα απ’ αυτή. Έχω μάθει να περιμένω. Της λέει να είναι με κόσμο. Ό,τι θέλει λέει. Αχ τέλειο, τέλειο. Όλα πάνε τόσο τέλεια!' αναφώνησε κι έπεσε εξαντλημένη στον τεράστιο καναπέ. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε. Δυό τρεις σπόνδυλοι ακούστηκαν να μπαίνουν
στην θέση τους και μια ανακούφιση διαπέρασε το πρόσωπό της. Ξάπλωσε αναστενάζοντας.
"Με πέθανε αυτή η ζωγραφιά." Κλείνοντας τα μάτια της βυθίστηκε
αμέσως στον ύπνο. 2Ο αέρας της χάιδευε το πρόσωπο. Η μαύρη χαίτη ανέμιζε καθώς η Χάρλεϋ τεμπέλικα διέσχιζε τους δρόμους του Μεταξουργείου προς Συγγρού. Ήταν απ’ αυτές τις εκπληκτικές λιακάδες του Ιανουαρίου που ανοίγει η ψυχή και όλα πάνε πρίμα. Το μεγάλο χαμόγελο αντικαθρέφτιζε τις όμορφες εικόνες που περνούσαν από το μυαλό της. Αν δεν φορούσε μαύρα γυαλιά, θα έβλεπαν οι περαστικοί ένα ονειροπόλο βλέμμα σε δύο γαλανά σαν τον σημερινό ουρανό μάτια. Εικόνες με την Βερενίκη να έχει μουτρώσει για την διακοπή της ερωτικής φαντασμαγορίας τους. Εικόνες με την Βερενίκη να ντύνεται και να βρίζει θυμωμένα τις προτεραιότητές της. Εικόνες με την Βερενίκη στην πόρτα να την ορκίζει να έρθει να την πάρει αμέσως μόλις τελειώσει μ’ αυτές τις βλακείες για να συνεχίσουν αυτό που σταμάτησαν. Εικόνες με την Βερενίκη γυμνή να σπαρταράει από κάτω της. H Βερενίκη με το ένα χέρι δεμένο στο κεφαλάρι, τα πόδια ανοιχτά... Ένα κορνάρισμα την έκανε ν’ αναπηδήσει. Γύρισε κι είδε το αποπληκτικό, αντιπαθητικό πρόσωπο από τα χιλιάδες που σκεπάζει ο ωραίος ουρανός, μέσα σ’ ένα ασήμαντο γιαπωνέζικο τετράτροχο να ωρύεται. Του χαμογέλασε γοητευτικά κι αυτός έμεινε με την βρισιά στον αέρα να αιωρείται ανάμεσα στους δύο γνωστούς κόσμους απόλυτης λατρείας κι απόλυτου μίσους γι' αυτό το απίστευτο πλάσμα. Δύο κόσμοι με θολά σύνορα που διαπερνιόνταν με μεγάλη ευκολία χωρίς νάχει να κάνει τίποτα η θέληση σου. Μόνο το ωμό, ακατέργαστο ένστικτο. Τίναξε το κεφάλι της δίνοντας ένα υποθετικό χαστούκι στον εαυτό της. ‘Σύνελθε ηλίθια,’ μάλωσε τον εαυτό της. Κύτταξε γύρω της να δει που βρίσκεται. Πεσμαζόγλου. Μαρσάροντας, έστριψε αριστερά Η Σταδίου γεμάτη αλλά η Χάρλεϋ ευέλικτη βρέθηκε Φιλελλήνων με ταχύτητα ακτίνας. Τα εκατό μέτρα της Αμαλίας εξαφανίστηκαν κι εμφανίστηκε στον ορίζοντα η μεγάλη λεωφόρος, με την Αίγινα ν’ αχνοδιαγράφεται στον ορίζοντα. Οι φοίνικες της Βούρβαχη, ταλαιπωρημένοι αναρωτιόνταν πώς και ζουν ακόμα. Μόλις φάνηκε η αυτοσχέδια πιάτσα ταξί, μπήκε και έσβησε την μηχανή. Το τοιχαλάκι της εισόδου, κάτι σε είσοδο δημοσίων αποχωρητηρίων παρά μετρό, φώναζε για την τρομακτική αισθητική των προυχόντων. Οι κάμερες στην είσοδο είχαν μαζευτεί, μύγες σε περιττώματα, και οι περίεργοι καθόντουσαν στα γύρω καφέ κι εστιατόρια ακριβώς στα σύνορα της κόκκινης απαγορευτικής ταινίας. Η Ντέλλα μπήκε γρήγορα από την μία πόρτα του ταχυφαγείου της γωνίας, κοντοστάθηκε κι έκοψε την θέση των άμεσα ανταποκρινόμενων δημοσιογράφων καρφωμένοι ο καθένας στην κάμερά του, πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε στο σμήνος. Άνοιξε αποφασιστικά την άλλη έξοδο του μαγαζιού και με γοργά μεγάλα βήματα διέσχισε τα λίγα μέτρα προς το προσβλητικό τοιχαλάκι, κατέβασε λίγο τα γυαλιά της γνέφοντας στον υπεύθυνο αστυνομικό, που κούνησε το κεφάλι του, πήδηξε την ταινία και εξαφανίστηκε στην χοάνη του μετρό. "Ντέλλα!" ακούστηκε η ανακουφισμένη φωνή του Παύλου. Η Ντέλλα προχώρησε προς το μέρος του κι έσφιξε το χέρι του. "Πρέπει νάναι σοβαρό απ’ ό,τι καταλαβαίνω," είπε κοιτώντας τον πίσω απ’ τα μαύρα της γυαλιά. "Δεν λες τίποτε. Από κει που το κρατάγαν άσπιλο σαν σαλόνι Κωνσταντινουπολίτισσας, τώρα έχουμε το ταβάνι του Αγίου Μάρκου στη Βενετία," αναστέναξε και κούνησε με απελπισία τα χέρια του. "Και δεν είναι καθόλου άσχημο. Μόνο που ξέρεις τί σημαίνει να μην έχει πάρει άδεια και έγκριση από το Υπουργείο..." πρόσθεσε και την κοίταξε με νόημα. "Ξέρω, πώς δεν ξέρω," είπε η ψηλή ντετέκτιβ και προχώρησαν μαζί στα ενδότερα του σταθμού. Προβληματισμένη, δάγκωσε το κάτω χείλος της κοντοστάθηκε. "Πέτρο, τί ξέρουμε μέχρι στιγμής;" "Ότι όλα χθες το βράδυ έγιναν κανονικά και δεν υπήρξε καμία παραβίαση του κώδικα ασφαλείας. Παραβίαση της εισόδου δεν έγινε, δεν βρέθηκαν ίχνη πουθενά, μόνο που σήμερα το πρωί στην πρωινή περιπολία πριν ανοίξουν το κιγκλίδωμα, ο φρουρός πήγε στην πλατφόρμα για Δάφνη και είδε αυτό το πράγμα. Έχασε το μυαλό του ο δύστυχος. Η προϊσταμένη ασφαλείας τάχει κι αυτή χαμένα." "Πήγαινέ με στην προϊσταμένη πρώτα πριν κατέβουμε." Ακολούθησε τον Παύλου στο μικρό γραφειάκι. Εκεί, η προϊσταμένη, χλωμή, καθιστή, μιλούσε με δύο όρθιους υψηλόβαθμους. Τα μάτια έστρεψαν μόλις μπήκε η δίμετρη νετέκτιβ. Λίγο ενοχλημένοι οι υψηλόβαθμοι, γιατί αυτό υπαγορεύουν οι σαρδέλλες τους, χαιρέτησαν την μελαχρινή με σφιγμένα χείλη. "Κυρία Νιώτου, σας κάλεσε ο Παύλου, υποθέτω," είπε ψυχρά ο κοντύτερος από τους δύο με την κοιλιά μια τεράστια σταγόνα έτοιμη να ξεχυθεί στο πάτωμα από πάνω απ’ την ζώνη του. "Ναι, πράγματι. Αλλά αν έχετε οποιαδήποτε αντίρρηση για την παρουσία μου φεύγω αυτοστιγμή γιατί έχω αφήσει σημαντικά πράγματα στην μέση για να έρθω εδώ," απήντησε παγωμένα φορώντας ακόμα τα μαύρα γυαλιά της που ήξερε ότι την έκαναν ακόμα πιο απροσπέλαστη. Βαριόταν αφόρητα αυτή την προκαταρκτική ψύχρα και είχε δοκιμάσει διάφορες μεθόδους να την ξεπερνάει για να φτάνουν στο θέμα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Σήμερα ειδικά ήξερε ότι κάπου αλλού ήταν όχι απλώς καλύτερα αλλά η πεμπτουσία του παραδείσου σε τούτη τη γη. Μόνο στη σκέψη ότι θα έπρεπε να υποστηρίξει σε δύο κοντόφθαλμους γραφειοκράτες το δικαίωμά της να είναι εδώ έχοντας αφήσει εκείνο το κουφέτο πίσω της την τρέλλαινε. Το παράλογο της την έδινε πάντα, ειδικά όταν δεν είχε τίποτα αισθησιακό από πίσω του. Ο συνειρμός της έφερε μια αμυδρή θύμηση ενός παράφρονος σκούρου βλέμματος που το έδιωξε αμέσως από το μυαλό της. Η προϊσταμένη, στο μεταξύ, την κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια και στόμα ανοιχτό. Όλη η πρωινή ταλαιπωρία εξαφανίστηκε στο θέαμα των σηκωμένων θηλών που μισοφαίνονταν κάτω από το κομψό μαύρο δερμάτινο, έτοιμες να σχίσουν το βαμβακερό άσπρο μπλουζάκι. Άθελά της αναστέναξε και τέσσερα ζευγάρια μάτια στράφηκαν πάνω της. Η δύστυχη υπάλληλος κοκκίνισε και έστρεψε με απόγνωση τα μάτια της να βρει κάτι ασφαλές να τα ακουμπήσει. Η Ντέλλα χαμογέλασε αμυδρά αναγνωρίζοντας την αιτία. ‘Η κυρία θα είναι άκρως εξυπηρετική,’ σκέφτηκε. Ανοίγοντας το δερμάτινο κι άλλο, αφήνοντας τα στήθη της να διαγράφονται γεμάτα κάτω από το στενό μπλουζάκι, γύρισε στην προϊσταμένη και την ρώτησε αθώα: "Κυρία μου, σ’ εσάς θα ήθελα να μιλήσω εάν αποφασιστεί ότι με χρειάζονται οι κύριοι γι’ αυτή την υπόθεση," είπε κι ακούμπησε τα χέρια της στο γραφείο κοιτώντας την καθιστή γυναίκα κατάματα, ενώ τα στήθη της τρεμόπαιξαν με τη κίνηση. Έτσι όπως έφυγε ούτε σουτιέν πρόλαβε να βάλει, ούτε μπάνιο να κάνει. Αναρωτιόταν εάν η μυρωδιά του σεξ ήταν μόνο στη σκέψη της, ή όντως την εξέπεμπε γύρω της. ‘Χέστηκα,’ απήντησε στο ερώτημα μόνη της. Ο Παύλου επενέβη για να εκτονώσει την ατμόσφαιρα. "Κάλεσα την κυρία Νιώτου, διότι μας έχει βοηθήσει στο παρελθόν με υποθέσεις που δεν θέλαμε να έρθουν πολύ στο φως της δημοσιότητας. Πιστεύω ότι είναι ιδανική στο να κινηθεί εκτός προβολέων την ώρα που εμείς θα είμαστε στόχοι των καναλιών. Ο διοικητής μου συμφωνεί γιατί μέχρι στιγμής η κυρία Νιώτου έχει λύσει πολλές υποθέσεις, ειδικά," κι εδώ χαμήλωσε την φωνή του ώστε να τον ακούν μόνο οι αξιωματικοί, "εκείνες που είχαν μεγάλες πολιτικές επιπτώσεις." Σταμάτησε το λογύδριο του που είχε αναγκαστεί στο παρελθόν να το πει αρκετές φορές και περίμενε την αντίδραση. Οι αξιωματικοί αντάλλαξαν ένα βλέμμα και αποσύρθηκαν σε μία γωνία να συσκεφθούνε. Η Ντέλλα ανασηκώθηκε και γύρισε προς τον Παύλου. Του χαμογέλασε ενθαρρυντικά και προχώρησε στον τοίχο να διαβάσει τις διάφορες εγκυκλίους. Ως συνήθως, μερικές απ’ αυτές ήταν συντακτικά διαμάντια που πάντα την ψυχαγωγούσαν με την ασυναρτησία τους σε ατελείωτες ώρες αναμονής σε δημόσιους χώρους. Ο Παύλου ακούμπησε στο τοίχο πίσω του περιμένοντας υπομονετικά όπως είχε μάθει να κάνει σε τούτη τη δουλειά που είχε διαλέξει σε στιγμή νεανικού τσαμπουκά και τρέλλας και άφησε το μυαλό του να τρέξει στην υποτιθέμενη δεύτερη ευκαιρία ζωής που αν του δινόταν θα την άρπαζε απ' τα μαλλιά. Τ’ ορκιζόταν. Η προϊσταμένη κατάφερε και συνήλθε και ήπιε μια γουλιά από το νερό που είχε μπροστά της. Είχε πολύ καιρό να το κάνει. Γι’ αυτό έπαθε αυτό το μπλόκο. Απέφυγε να κοιτάξει προς το μέρος της ντετέκτιβ, γιατί ήξερε ότι θα έβλεπε τα οπίσθιά της να διαγράφονται τέλεια μέσα από το εφαρμοστό τζιν. Μόνο αυτό της έλειπε τώρα. Η κλειτορίδα της έκανε την παρουσία της αισθητή. Μια τουαλέτα. Αυτό έπρεπε να βρει και άμεσα ίσως. Για να ανακουφιστεί. Ήταν και στην ωορρηξία με τις ορμόνες αυτονομημένες και καταστροφικές. Ήδη αυτό το τρυπημένο μουνί στο ταβάνι την είχε καθηλώσει. Απόλυτη ησυχία επεκράτησε. Για λίγο όλα μπήκαν στο νεκρό πριν την επικείμενη θύελλα που κανένας δεν ήξερε πού θα οδηγούσε.
Η πόρτα πίσω της έκλεισε με θόρυβο και η ξανθούλα βγήκε με θυμωμένη φούρια έξω. "Γκράφιτι στο μετρό. Αν είναι δυνατόν, σηκωθήκαμε απ’ το κρεβάτι γι’ αυτό. Όλα τα μετρό του κόσμου είναι μες στο σπρέυ και τα σκατά. Μόνο το εδώ πρέπει να είναι άσπρο σαν πλυμμένο αβγό. Λες και είμαστε ρομποτάκια εμείς. Άει στο διάολο." Έξαλλη η Βερενίκη περπατούσε γρήγορα προς το σπίτι της. Το σαββατιάτικο πρωινό ήταν υπέροχο αλλά η κομμένη στη μέση ηδονή την είχε αφήσει σ’ ένα μεταίχμιο που τίποτε δεν θα την ικανοποιούσε. Ούτε μόνη της να το κάνει, ούτε ψυχρολουσία, ούτε δουλειά, ούτε τίποτε απολύτως. Μόνο εκείνη να έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια της. Μόνο τότε θα έφευγε αυτό το τρομερό βάρος του ανικανοποίητου, που δεν ξέρεις τί να το κάνεις και η μόνη σου ελπίδα είναι να καταλαγιάσει από μόνη του. ‘Και πάνω που θα γινόντουσαν όλα...’ αναστέναξε και σταμάτησε. Με λυπημένο βλέμμα κοίταξε κάτι περιστέρια μπροστά της που γουργουρίζανε στο κάγκελο ενός κήπου. ‘Δυό μήνες περίμενα. Και τώρα βρέθηκε να γίνει ό,τι έγινε.’ Δύο μήνες. Δύο μήνες με την θύελλα που λεγόταν Ντέλλα Νιώτου, ντετέκτιβ, πανέμορφη, δυνατή, ψηλή με μάτια που βούταγες μέσα και δεν ήξερες αν θα ξαναβγείς, σαν τον βυθό της Αμοργού. Ο ανεμοστρόβιλος αυτός την πήρε, την σήκωσε και ακόμα δεν την έχει κατεβάσει. Κάθε μέρα που περνάει κάτι καινούριο προστίθεται, ένα καινούριο βλέμμα, ένα καινούριο φιλί. Ποτέ δεν πίστευε ότι δυό μήνες μπορούν να κρατήσουν αυτήν την αίσθηση του μυστηρίου που αναδύει η αμαζόνα της Αθήνας. Και όμως. Νοιώθει ότι ούτε την επιφάνεια δεν έχει δει καλά καλά ακόμα. ‘Λες και ξέρω τίποτε για κείνη. Το μόνο που ξέρω ότι πάει και μπλέκεται σε κάτι καταστάσεις! Οι μπούρδες την εκνευρίζουν. Μου είπε ότι γεννήθηκε στην Αθήνα. Πριν 32 χρόνια. Κι όταν πάω να ρωτήσω κι άλλα με πιάνει και με βάζει κάτω...,’ χαμογέλασε. ‘Και ξεχνάμε να σηκωθούμε. Κι εγώ την βάζω κάτω όμως. Δεν μπορώ να χορτάσω το σώμα της, το στόμα της, το στήθος της, το...’ σκούπισε το μέτωπό της που της φάνηκε ότι άρχισε να ιδρώνει. ‘Ουφ, ας τελειώσει γρήγορα μ’ αυτή τη μαλακία, να την δω, να της τα ψάλλω από κοντά.’ Έστριψε στην Αθηνάς πηγαίνοντας προς Πλάκα και μετά Μακρυγιάννη, στο καινούριο της σπίτι. Μετά τα συμβάντα του Νοέμβρη με τίποτα δεν ήθελε να ξαναγυρίσει στη περιοχή από Ομόνοια και μετά. Η οδός Κυβέλης ήλπιζε να μην υπάρχει στην πραγματικότητα και να ήταν ένας εφιάλτης. Ήξερε όμως ότι ήταν εκεί, έχοντας βάλει απαγορευτικό για κείνη πια στη 3η Σεπτεμβρίου. ‘Μέχρι να το ξεπεράσω ή να το ξεχάσω,’ είχε πει στην Ντέλλα, η οποία δεν έφερε καμία αντίρρηση, πράγμα που της φάνηκε λίγο περίεργο. Το μετρό προς Δάφνη ήταν όντως κλειστό. Στον δρόμο άκουγε κόσμο να μιλάει γι’ αυτό. "Ρε συ δεν είναι γκράφιτι αυτό που βρήκαν. Πτώμα ήταν," έλεγε ένας έμπορος ξηρών καρπών σε κάποιον. Η Βερενίκη τέντωσε τ’ αυτιά της ν’ ακούσει. "Δεμένο λέει στο ταβάνι και τέτοια." "Όχι ρε, μη λες μπούρδεςς." απήντησε ο συνομιλητής του. "Λένε για έναν Εσταυρωμένο, κρεμασμένο από το ταβάνι. Αλλά κανονικό, ξύλινο. Το Σταρ λέει για πτώματα και βλακείες." "Βρε δεν ήταν Σταρ. Κρατικό ήταν! Κούκλα μου, θέλεις τίποτε;" είπε χαμογελώντας στην Βερενίκη. "Ε...ναι. Μισό κιλό ηλιόσπορο, παρακαλώ," απάντησε συνοφρυωμένη. ‘Μα τί γίνεται; Κάτι σοβαρό έχει γίνει.’ Αποφάσισε να ψαρέψει. "Λέτε γι’ αυτό που έγινε στο μετρό;" "Έ. Ναι. Έχουν κλείσει τη γραμμή γιατί βρήκαν κάτι. Εδώ μου λέει ότι βρήκαν ένα πτώμα, αλλά δεν νομίζω. Πρέπει να είναι ο Εσταυρωμένος. Βγήκε ο αρχιεπίσκοπος και μίλησε για τον Αντίχριστο που το έκανε αυτό. Παναγίτσα μου!" είπε και σταυροκοπήθηκε. "Καλύτερα ρε είναι να βρεθεί πτώμα από ένα ξύλινο πράμα, που είναι ο εσταυρωμένος σας;" είπε με θυμό ο μαγαζάτορας, γιος αντάρτη από τον εμφύλιο. "Δεν ντρεπόμαστε λίγο." Έδωσε το σακουλάκι με τον ηλιόσπορο στη κοπέλα. "80 λεπτά κοπελιά και μη τον ακούς. Βρήκε ευκαιρία η εκκλησία και μιλάει στα πρόβατα." Η Βερενίκη πλήρωσε και βγήκε από το μαγαζί. Δάγκωσε το χείλος της και άρχισε να προχωράει. ‘Σοβαρό μου ακούγεται, ό,τι και νάναι. Θα τη πάρω τηλέφωνο,' και άρχισε να ψάχνει τη τσάντα της για το κινητό της. ‘Γαμώ το, το ξέχασα σπίτι της.’ Κοίταξε γύρω της να βρει θάλαμο αλλά δεν υπήρχε φυσικά τίποτε. Με γρήγορο βήμα άρχισε να προχωράει προς το σπίτι της. ‘Θα την πάρω απ’ το σπίτι.’ Έστριψε στην Αδριανού και βιαστικά προχώρησε προς Μακρυγιάννη.
΄Δεν με χέζετε, μαλάκες,’ μουρμούριζε μέσα από τα δόντια της κατεβαίνοντας γρήγορα τις σκάλες για την πλατφόρμα. Μετά από μισή ώρα που της φάνηκε αιώνας ακούγοντας την γνωστή διάλεξη για την υποχρέωσή της ν’ αναφέρει άμεσα στις αρχές ό,τι θεωρεί ύποπτο και όποια στοιχεία πέσουν στα χέρια της, όχι όπως την προηγούμενη φορά που η αστυνομία βρέθηκε προ τετελεσμένου γεγονότος με πτώμα, δράστη, φονικό όπλο, όλα ένα πακέτο απλώς έτοιμο γι’ αρχειοθέτηση, της είπαν ψυχρά να κατέβει στον χώρο του εγκλήματος. Πίσω της λαχανιασμένη προσπαθούσε ν’ ακολουθήσει η προϊσταμένη και ο Παύλου κατέβαινε κι αυτός από τις κυλιόμενες που δεν ήταν αναμμένες. Φτάνοντας στην αποβάθρα έβγαλε τα γυαλιά της και κοίταξε το ταβάνι. Στο βάθος από την οπτική της γωνία έβλεπε ένα λευκό κορμί σε κόκκινο φόντο. Προχώρησε αργά με περιέργεια. ‘Τούτη η πόλη αρχίζει και αποκτάει ενδιαφέρον,’ σκέφτηκε και στάθηκε από κάτω από το έργο. Τα μάτια της έπεσαν πρώτα στο περίεργα γυρισμένο δεξί πόδι με το βέλος να βγαίνει από τον μηρό. Δαγκώνοντας ελαφρά το χέρι των γυαλιών της άφησε τη ματιά της να γλιστρίσει προς τα πάνω. Η θέα του τρυπημένου ξανθού εφήβαιου με το αίμα να στάζει σαν από κάνουλα εγκλώβισε την προσοχή της. ‘Τέλειο. Άρρωστο αλλά τέλειο,’ μουρμούρισε και στάθηκε να το δει καλά για λίγο. Η άκρη του ματιού της έπιασε και το βέλος που έβγαινε από την γραμμωμένη κοιλιά και γυρίζοντας το κεφάλι της είδε το αριστερό χέρι να πιάνει το θανατηφόρο βέλος στο στήθος, κάτω από την ρώγα. Η ρώγα σηκωμένη σαν να την είχες μόλις πιπιλίσει. Με την άκρη της γλώσσας της ακούμπησε το χερούλι των γυαλιών της. Τα φτερά του αγγέλου έβγαιναν άχαρα και ασυγχρόνιστα σαν χτυπημένου πουλιού που ενδίδει στη βαρύτητα. Ο λαιμός τεντωμένος και το στόμα μισάνοιχτο... Με μία απότομη κίνηση πέταξε τα γυαλιά της στις ράγες. Τα μάτια της γούρλωσαν και γύρισε απότομα επί τόπου ακριβώς κάτω απ’ το κεφάλι. Κεραυνοβολημένη από την αναλαμπή, βρυχήθηκε δυνατά κι έσφιξε τις γροθιές της. Η προϊσταμένη και ο Παύλου που στεκόντουσαν λίγο πιο κάτω πάγωσαν και κοιτούσαν άλαλοι. Τρίζοντας τα δόντια της το παραμορφωμένο από την οργή στόμα μούγκρισε: "Κυβέλη!" Στην οργή της είδε τα πλαστικά τακτικά καθίσματα και ορμώντας έδωσε μια δυνατή κλωτσιά σπώντας τα δύο. Ανασαίνοντας βαριά μια φωνή μέσα της της έλεγε να σταματήσει και να σκεφτεί. ‘Βερενίκη!’ σκέφτηκε και πάγωσε. Γύρισε απότομα και είδε εκείνη την ώρα να μπαίνουν στη αποβάθρα οι υψηλόβαθμοι συνοδευόμενοι από τρεις αστυνομικούς. ‘Σκέψου, ηλίθια, σκέψου τώρα,’ ούρλιαξε μια φωνή μες στο μυαλό της. Με ένα βλέμμα περιέργειας προς τα καθίσματα ο ένας αξιωματικός γύρισε προς την Ντέλλα και την ρώτησε δείχνοντάς τα: "Εσείς το κάνατε αυτό;" "Εμ, ναι, κοιτούσα κι έχασα την ισορροπία μου," είπε βραχνά και κοίταξε την προϊσταμένη και τον Παύλου. Ο Παύλου προχώρησε γρήγορα και είπε αποφασιστικά: "Προσπαθήσαμε με την κυρία Νιώτου να δούμε πώς μπορεί να έφτασε ο καλλιτέχνης, εμ, ο ένοχος, εκεί πάνω και δυστυχώς έσπασαν." Με δυσπιστία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του ο αξιωματικός ξανακοίταξε τα καθίσματα. "Μεγάλη αδεξιότητα," είπε και ένα σαρκαστικό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του. "Και ακριβή," πρόσθεσε κοιτώντας την Ντέλλα στα μάτια. "Αλλά θα τα βρούμε. Λοιπόν, πώς σας φαίνεται;" είπε κι έδειξε το ταβάνι σαν να της έδειχνε τον κήπο του. "Ενδιαφέρον," είπε με σπασμένη φωνή. "Μου επιτρέπετε, έχω να κάνω ένα επείγον τηλεφώνημα." Πήγε στην άκρη της αποβάθρας και με τρεμάμενα χέρια έβγαλε το κινητό της. Πάτησε τη μνήμη και το έβαλε στο αυτί της ακουμπώντας με το ένα χέρι στον τοίχο. Έκλεισε τα μάτια της και περίμενε. Το τηλέφωνο καλούσε. Αλλά κανείς δεν το απαντούσε. Τόκλεισε και στράφηκε στον κόσμο που είχε μαζευτεί. Μιλούσαν μεταξύ τους, μερικοί γελούσαν κι έδειχναν τα διάφορα ενδιαφέροντα σημεία της ανατομίας του καλλιτεχνήματος. Το τοπίο ήταν θολό μπροστά της. Πήγε να κάνει ένα βήμα αλλά σταμάτησε γιατί κατάλαβε ότι θα τρίκλιζε. Ο Παύλου ήρθε κοντά της και προσποιούμενος οικειότητα την έπιασε από το μπράτσο. Τρομαγμένος την κοίταξε. "Μα τί έπαθες;" "Πες μου τί έπαθες; Με τρομάζεις. Ξέρεις ποιός τόκανε;" είπε και την κοίταξε έντονα. Εκείνη τον κοίταξε και πήρε μια βαθιά ανάσα. "Πρέπει να φύγω. Πες ό,τι νομίζεις. Θα σου πω μετά." Και μ’ αυτά τα λόγια ορθώθηκε και προχώρησε προς το πλήθος. "Νομίζω ότι είδα ό,τι ήταν να δω. Μόλις έχω κάτι θα σας ειδοποιήσω. Χαιρετώ," είπε και με βήμα συγκρατημένο να μη ξεσπάσει σε τρελλό τρέξιμο απομακρύνθηκε. Μόλις έφτασε στις σκάλες κοίταξε πίσω της και μη βλέποντας κανέναν όρμησε
και τις ανέβηκε τρεις τρεις. Φτάνοντας στην επιφάνεια του σταθμού βγήκε
γρήγορα, έσπρωξε βίαια όσους περαστικούς και δημοσιογράφους βρέθηκαν μπροστά
της, ανέβηκε στη Χάρλεϋ κι εξαφανίστηκε. |