sitemaphome

Χειροπέδες στην Οδό Κυβέλης

αστυνομικό μυθιστόρημα με φοβερό σασπένς και καυτό σεξ

σύντομα στο περίπτερο της γειτονιάς σας

της Suzanne Velcro

εικονογράφηση: Harry Fraud

πίσω στο Πρώτο Μέρος

πίσω στο Δεύτερο Μέρος

πίσω στο Τρίτο Μέρος



πατήστε εδώ αν είστε ημικρανική
και σας ζαλίζουν τα χρώματα



Μέρος Τέταρτο

7

'Εδώ είμαστε', μουρμούρισε η Ντέλλα και με ένα τελευταίο μαρσάρισμα έσβησε τη μηχανή της Χάρλεϋ. Έψαξε τα κουδούνια και βρήκε το όνομα. 'Παναγιώτου'. "Ναι;" είπε μια αντρική φωνή. "Νιώτου" είπε η Ντέλλα. "Τρίτος". Άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς το κλιμακοστάσιο. Ανεβαίνοντας δύο δύο τα σκαλιά ένοιωσε έναν ενθουσιασμό να την κυριεύει. 'Πλησιάζω στη λύση', σκέφτηκε κι άρχισε ν' ανεβαίνει τρία τρία τα σκαλιά.

Στην πόρτα την υποδέχτηκε ένας μεσόκοπος αξιοπρεπής κύριος. "Χαίρετε", είπε και της πρότεινε το χέρι του. "Χαίρετε", απήντησε και έσφιξε το χέρι του με ένα από τα πιο γοητευτικά της χαμόγελα.

Μπήκε σε ένα συμπαθητικό σαλόνι με καλαίσθητα έπιπλα. "Καθήστε παρακαλώ". Κάθησε και αρνήθηκε την προσφορά του καφέ και οποιουδήποτε άλλου αφεψίματος με την δικαιολογία του στομαχιού της. "Λοιπόν, κύριε Παναγιώτου, όπως σας είπα και από το τηλέφωνο, η υπόθεση αυτή είναι αρκετά μυστήρια καθώς υπήρξε και άλλος μάρτυρας που επιβεβαίωσε την ιστορία σας, ο οποίος όμως για δικούς του λόγους δεν μπόρσε να πάει στην αστυνομία. Όχι ότι η αστυνομία θα έκανε τίποτα, καθώς ούτε τη δυνατότητα έχει ούτε το δυναμικό που χρειάζεται για να εξιχνιάσουν τέτοιες "αφηρημένες υποθέσεις" πρόσθεσε χαμογελώντας. 'Ούτε βέβαια την φαντασία, την ικανότητα, τη φυσική κατάσταση και μύρια άλλα που χρειάζονται για κάτι τέτοια' συνέχισε να σκέφτεται ειρωνικά.

"Κοιτάξτε να δείτε", είπε ο κύριος, πολύ χαίρομαι που με βρήκατε, γιατί δεν σας κρύβω ότι ταράχτηκα πολύ απ' αυτό που είδα. Στα έργα μόνο..." και συνέχισε να λέει τις προσωπικές του απόψεις στην Ντέλλα η οποία περίμενε υπομονετικά να έρθει η κατάλληλη στιγμή να του αποσπάσει ό,τι ήξερε. Αφού τελείωσε τον μονόλογό του, ο μεσόκοπος άντρας την κοίταξε με θαυμασμό. Η Ντέλλα χαμογέλασε και ρώτησε: "Περιγράψτε μου αν θέλετε τί είδατε".

"Βεβαίως. Περπατούσα και είδα ξαφνικά μπροστά μου εκεί Ναυαρίνου και Μαυρομιχάλη την δύσμοιρη την κοπελίτσα δεμένη και φιμωμένη πεταμένη στο πεζοδρόμιο, μέσα στις σακκούλες των σκουπιδιών. Έτρεξα και την έλυσα και την ξεφίμωσα και είδα ότι ήταν μωλωπισμένη. Άνοιξε τα μάτια της, κάτι τεράστια πράσινα μάτια κλαμένα και μου ψιθύρισε ευχαριστώ. Τί να σας πω, μου σπάραξε την καρδιά. Την βοήθησα να σηκωθεί και της είπα να πάμε στην αστυνομία. 'Όχι όχι' μου λέει και αρχίζει να περπατάει προς την Ακαδημίας. 'Πού πας κοπέλα μου σε τέτοια χάλια. Να καλέσω ένα ασθενοφόρο,' της λέω. 'Όχι,' μου ξαναλέει και αρχίζει και τρέχει. Σκόνταψε κι έπεσε κανα δυο φορές αλλά σηκώθηκε και έτρεχε προς την Ομόνοια πολύ γρήγορα. Ήταν πολύ αθλητική, τί να σας πω και δεν μπόρεσα να την ακολουθήσω. Την έχασα κοντά στη Θεμιστοκλέους και τότε πήγα στο τμήμα. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε", τελείωσε αναστενάζοντας. "Ποιός ξέρει τί σταυρό κουβαλάει κι αυτή η ψυχούλα" πρόσθεσε.

Η Ντέλλα δάγκωσε το κάτω χείλος της και ρώτησε: "Μικροκαμωμένη, ξανθιά, πράσινα μάτια. Έχετε τίποτα άλλο να μου πείτε; Τί φορούσε για παράδειγμα;" "Φορούσε ένα παντελόνι μαύρο και μία πράσινη μπλούζα σκισμένη και στραβοκουμπωμένη. Φαινόταν λίγο το... ξέρετε" είπε κοκκινίζοντας. Πού έτρεχε έτσι στη Πατησίων;", "Θεμιστοκλέους είπατε" είπε η Ντέλλα. "Όχι Θεμιστοκλέους σταμάτησα εγώ γιατί είχα κλατάρει. Την είδα που έστριψε Πατησίων με μεγάλη ταχύτητα".

"Τίποτα άλλο κύριε Παναγιώτου;"

"Κοιτάξτε, από τη ταραχή μου δεν κατάλαβα ότι κρατούσα ένα πορτοφολάκι, που μετά μάλλον το έχωσα στη τσέπη μου για να τρέξω να τη προλάβω. Ούτε στην αστυνομία δεν θυμήθηκα να το δώσω και μετά είχα νευριάσει πολύ με τη στάση τους και δεν πήγα....".

"Πούντο," τον έκοψε απότομα, "σας παρακαλώ," το μαλάκωσε λίγο χαμογελώντας με τα αστραφτερά της δόντια. "Ναι, ναι, να σας το φέρω." Σηκώθηκε και άνοιξε ένα συρτάρι. Έβγαλε ένα μικρό δερμάτινο πορτοφολάκι και πήγε να το δώσει στην Ντέλλα. Η Ντέλλα έχασε το χρώμα της όταν το είδε. Το πήρε με τρεμάμενα χέρια και έτριξε τα δόντια της "Κυβέλη," είπε με χαμηλό βρυχηθμό.

"Ορίστε;" είπε ο άντρας.

"Τίποτα" είπε και άνοιξε το αντικείμενο. Ήταν στο σχήμα πιστωτικής κάρτας και μέσα σε μία διαφανή θήκη ήταν μία λευκή κάρτα. 'Ευχαριστώ για τις υπηρεσίες σας - Κ'. Το Κάππα ήταν περίτεχνο μέσα σε ένα θυρεό με το κεφάλι ενός γρύπα.



'Ευχαριστώ για τις υπηρεσίες σας 
- Κ'. Το Κάππα ήταν περίτεχνο μέσα σε ένα θυρεό με το κεφάλι ενός γρύπα.

"Κύριε Παναγιώτου, θα ήθελα να το κρατήσω αυτό. Μόλις τελειώσει αυτή η υπόθεση μπορείτε να το ξαναπάρετε αν θέλετε."

"Όχι πάρτε το, πιο χρήσιμο θα είναι σ' εσάς υποθέτω. Μόνο να με κρατάτε ενήμερο αν θέλετε γιατί τη λυπήθηκα τη μικρή. Και ήταν και πολύ όμορφη."

"Βεβαίως, ορίστε η κάρτα μου και μάλιστα αν θυμηθείτε τίποτα άλλο πάρτε με ανά πάσα ώρα και στιγμή." Σηκώθηκε και έβαλε τη κάρτα στη τσέπη της.

"Βοηθήσατε εξαιρετικά κύριε Παναγιώτου. Ευχαριστώ".

"Παρακαλώ, παρακαλώ, αλλά πείτε μου σας παρακαλώ, γιατί ενδιαφέρεστε και ποιός σας ανέθεσε αυτή την έρευνα."

"Είναι προσωπική υπόθεση πια κύριε Παναγιώτου. Τυχαίνει να υποψιάζομαι ότι πρόκειται για κάτι που πάει αρκετά βαθιά. Γι' αυτό και θα το εκτιμούσα εάν δεν διαδίδατε τί συνέβη".

Τα μάτια του κυρίου Παναγιώτου γούρλωσαν από ενδιαφέρον. "Ναι ναι βέβαια, μόνο όταν μπορέσετε φυσικά, πείτε μου κι εμένα".

"Βεβαίως", είπε η Ντέλλα ευγενικά και έφυγε.

Βάζοντας μπρος την Χάρλεϋ έτριξε ξανά τα δόντια της. Μαρσάροντας βγήκε στον δρόμο και άρχισε ένα τρελό προσπέρασμα.

'Κυβέλη, Κυβέλη, γαμώ το κέρατό μου, θα σε λιώσω αυτή της φορά. Το ήξερες ότι θα μου κινήσει το ενδιαφέρον αυτή η υπόθεση και το ήξερες ότι θα φτάσει στ' αυτιά μου. Σκύλα, θα σε λιώσω. Ποιά χρησιμοποίησες αυτή τη φορά για να φτάσεις σ' εμένα;'

Μ' αυτές τις μαύρες σκέψεις στο μυαλό και με την εκπληκτική ανοχή μιας τροχαίας με τόσο αυστηρά καθορισμένα καθήκοντα που αν δεν είναι η μέρα της υπερβολικής ταχύτητας αλλά των ζωνών δεν προσέχουν τίποτα άλλο, η Ντέλλα έφτασε σε μηδέν χρόνο στο γραφείο της.

Κοπανώντας την πόρτα πίσω της πέταξε το δερμάτινο προς την γενική κατεύθυνση του καναπέ και άρχισε να πηγαινοέρχεται μαινόμενη. Ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο μετά από αρκετή ώρα σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Το χαμόγελο που θα είχε η λέαινα την ώρα που έχει μαρμαρώσει το νεαρό ζαρκάδι, αν χαμογελούσαν γενικά τα λιοντάρια βέβαια, σχηματίστηκε στα όμορφα σαρκώδη χείλη της. 'Αυτή τη φορά τη πάτησες καριόλα. Ξεπέρασες όλα τα όρια και η μάχη έπαψε να έχει κανόνες. Θα σε γδάρω ζωντανή'.

8

Στη Κυψέλη όμως η ιστορία εξελίσσεται με πολλή θλίψη. Η Βερενίκη τηλεφώνησε στη δουλειά ότι ήταν άρρωστη. Δάκρυα τρέχαν από τα πρησμένα από το κλάμα μάτια. 'Σύνελθε', έλεγε στον εαυτό της σαν αποκομμένη από το άλλο κομμάτι του εαυτού της, το ταπεινωμένο και εξευτελισμένο. 'Γιατί πήγα;' επαναλάμβανε ξανά και ξανά μες στο μυαλό της.

Μετά από λίγο άρχισε να γελάει. 'Άντε να την πω αυτή την ιστορία κάπου. Δεν λες που βγήκα ζωντανή από κει μέσα; Μου έκανε λέει αυτά που ήθελε να της κάνει μια άλλη. Μια συγκεκριμένη άλλη εννοούσε μάλλον. Ποιά την είχε τρελάνει έτσι; Και η άλλη λέει ήθελε εμένα; Είμαι ο τύπος της;' Στη σκέψη ένοιωσε κάπως περίεργα. 'Μα τί μου συμβαίνει, γαμώ τη μου. Μεταλλάσσομαι σε τίποτα τρομαχτικό; Είναι δυνατόν ν' αρχίσει να μ' αρέσει το σαδομαζοχιστικό; Εμένα που με το ζόρι ανέχομαι το δάγκωμα;'

Στο σημείο αυτό σκέφτηκε τις θηλές της Κυβέλης με τους κρίκους να τους τραβάει κι η άλλη να βογκάει και τις δικές της τις θηλές με τα κλιπάκια στα λουριά να τα τραβάει η υστερική γυναίκα και κείνη να νοιώθει εκείνο το μίγμα πόνου και ηδονής για 'τους γενναίους της ηδονής'...

'Ναι, ρίχτο στην ποίηση τώρα στο χάλι σου.' 'Παρ' όλ' αυτά δεν με έβλαψε. Θα μπορούσε να μου είχε κάνει πολλά. Γιατί άραγε; Και μες στη τρέλα της ήταν θλιμμένη. Λόγω αυτής της άλλης. Στο μυαλό της ανάτρεξαν τα λόγια της Κυβέλης... 'Σε παρακολουθώ κάτι μήνες. Είσαι ονειροπόλα, γι' αυτό δεν με πήρες χαμπάρι. Μια φορά που σκόνταψες στην Ιπποκράτους εγώ σε κράτησα. Μια άλλη φορά σε ρώτησα τί ώρα είναι κι εσύ μου είπες αλλά ούτε που με κοίταξες. Στον κόσμο σου. Τί, ή μάλλον ποιά σκέφτεσαι μικρούλα μου. Την μελαχρινή πριγκίπισσα που θα έρθει με το άλογό της να σε αρπάξει και να σε πάρει μακριά;'

Και μετά δεν της είπε 'κι αυτή σε ψάχνει, αλλά παλεύω με νύχια και με δόντια να μη βρεθείτε. Αλλά επειδή ήρθε η ώρα να συμβούν πολλά πράγματα, δεν είχα άλλη ευκαιρία να δοκιμάσω... κάποιες... αρετές σου που σίγουρα θα τρελάνουν την άλλη. Άσε που θα την κάνει να λυσσάξει κιόλας!' Και είχε γελάσει εδώ μ' αυτό το σατανικό της γέλιο.

'Τί εννοούσε;' Οι μελαχρινές της άρεσαν πολύ της Βερενίκης, πράγμα που έκανε την Αθήνα την ιδανική πόλη για κείνη μιας και είναι γεμάτη μελαχρινές. Και φυσικά είχε και ένα πρότυπο στο μυαλό της, 'όπως όλοι μας άλλωστε', σκέφτηκε κοκκινίζοντας.

Το μυαλό της ταξίδεψε λίγο στο 'πρότυπό' της. Ένα εξαίσιο μελαχρινό κεφάλι ανάμεσα στα πόδια της να γλύφει ρυθμικά και...Σηκώθηκε έξω φρενών. 'Δεν κάνω τίποτα άλλο από το να σκέπτομαι το τέτοιο μου.' Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Το άρπαξε εκνευρισμένη και φώναξε "Ναι!".

"Καλέ τί φωνάζεις; Εγώ είμαι." ακούστηκε η φωνή της γκόμενάς της. Τα μάτια της Βερενίκης γύρισαν προς το ταβάνι από απελπισία. 'Εσύ μου έλειπες τώρα'. Δυνατά είπε "έχω τα νεύρα μου και δεν είμαι πολύ καλά. Να μιλήσουμε αργότερα;"

"Όχι, να μιλήσουμε τώρα και να μου πεις πού εξαφανίστηκες χτες."

"Δεν θα σου πω τίποτα και θα στο κλείσω κιόλας" ούρλιαξε η ξανθιά και κοπάνισε το ακουστικό στη βάση του. 'Αμάν, ποτέ δεν τόχω αυτό. Μεταλλάσσομαι, αυτό είναι σίγουρο.' Κάπου όμως δεν ένοιωθε και τόσο χάλια όπως πριν μ' αυτή τη διαπίστωση.

'Ξέρω πού μένει. Θα πάω να της ζητήσω εξηγήσεις', έλεγε ξανά και ξανά πηγαίνοντας πάνω κάτω στο μοναδικό της δωμάτιο. Κάποια στιγμή σταμάτησε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. 'Τρελλάθηκες; Θα σε φάει λάχανο. Τους μπράβους της τους είδες; Σε σήκωσαν λες κι ήσουνα φτερό.'

Απελπισμένη έσπρωχνε συνέχεια τα μαλλιά της προς τα πίσω. Η υπερένταση την σκότωνε.

'Θα πάω', είπε αποφασιστικά και άνοιξε την ντουλάπα της να ντυθεί. Διάλεξε ένα μαύρο δερμάτινο παντελόνι και ένα ξεμάσχαλο μεταξωτό ροζ μπλουζάκι. Αποφάσισε να μη φορέσει σουτιέν. Σαν μαστουρωμένη ντύθηκε και κάθισε να βαφτεί. Χτενίστηκε κα φόρεσε ένα ζευγάρι μποτάκια μαύρα με ροζ μύτες. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Κατσούφιασε όταν είδε τις μελανιές στα χέρια της αλλά σκέφτηκε ότι θα φοράει μπουφάν. 'Δεν θα κάτσω για καφέ', σκέφτηκε σαρκαστικά και με κάποια πίκρα. Άρπαξε την τσάντα της και βγήκε. Στο δρόμο τα βλέμματα γυρίζαν να τη κοιτάξουν. Ήταν ένα ενσαρκωμένο όνειρο. Το μυαλό της όμως δεν πρόσεχε τίποτα. Καρφωμένο στην εκδίκηση για τον εξευτελισμό που είχε υποστεί προχωρούσε τυφλωμένη.

'Θα δει', έλεγε και ξανάλεγε, χωρίς φυσικά να έχει προσεγγίσει το θέμα από την πρακτική του πλευρά, όπως, ας πούμε τί ακριβώς θα έκανε αν όλως τυχαίως ξαναβρισκόταν σ' εκείνο τον θάλαμο βασανιστηρίων με μία Κυβέλη νευριασμένη και ενοχλημένη για την ξαφνική βίζιτα. Αλλά όλ' αυτά ήταν μακριά απ' το μυαλό της.

"Πού νομίζεις ότι πας ντυμένη πουτάνα;" Ξαφνιασμένη η Βερενίκη γύρισε κι αντίκρυσε τα μάτια της γκόμενάς της να βγάζουν φωτιές. Μισοκλείνοντας τα δικά της τα μάτια από οργή σήκωσε το χέρι της και τράβηξε μια γροθιά στο πρόσωπο της μέχρι τότε συντρόφου της. "Άει στο διάολο κι εσύ". Μέχρι να συνέλθει και να καταλάβει τί της είχε συμβεί η Βερενίκη είχε εξαφανιστεί. Έμεινε να κοιτάει αποσβολωμένη με γουρλωμένα μάτια την γωνία που είχε καταπιεί εκείνο το γλυκό πλάσμα που το είχε πάντα του χεριού της.

Πλησιάζοντας στην οδό Κυβέλης ένοιωσε ένα πετάρισμα στην καρδιά της. Το βήμα της έκοψε ταχύτητα και στραβοκατάπιε καναδυό φορές. Το νταϊλίκι που την είχε ωθήσει ως εδώ σε χρόνο ρεκόρ ένοιωθε να την αφήνει. Κάπου δέκα μέτρα από το υπέροχο νεοκλασικό σταμάτησε και κοίταξε προς τα πάνω. Της φάνηκε πως είδε μία κίνηση πίσω από την βαριά κουρτίνα. Ένοιωσε να επιστρέφει σαν παλιρροϊκό κύμα όλος εκείνος ο τρόμος που είχε περάσει. Και μαζί του και εκείνη η πρωτόγνωρη πρωτόγονη αίσθηση ζωής. Και κοκκάλωσε μη ξέροντας τί να κάνει. Ένα δυνατό μαρσάρισμα της τράβηξε την προσοχή.

Γυρίζοντας είδε μία γυαλιστερή μαύρη μηχανή απ' αυτές που βλέπει κανείς στα έργα να σταματάει με απότομη στροφή επί τόπου μπροστά στο νεοκλασικό. Και πάνω στη σέλα...πάνω στη σέλα ήταν ένα πλάσμα απ' αυτά που μόνο στον ύπνο της έβλεπε και πάλι δεν τόλεγε σε κανέναν, γιατί σίγουρα δεν υπήρχαν και θα την λέγαν τρελή. Άπλωσε το χέρι της να στηριχτεί στο κάγκελο του κήπου γιατί ένοιωσε μια ζαλάδα να της κόβει τα γόνατα. Έκλεισε τα μάτια πιστεύοντας ότι η οπτασία θα εξαφανιστεί και ότι η Κυβέλη μάλλον της έστελνε τηλεπαθητικά τις φαντασιώσεις της στη μούρη σαν χαστούκι. Άνοιξε τα μάτια της και το πλάσμα ήταν εκεί. Είχε ξεκαβαλικέψει και κοιτούσε κι εκείνη προς τη μεριά της ακίνητη. Το έδαφος υποχώρησε κάτω απ' τα πόδια της και όλα σκοτείνιασαν.

Το τελευταίο που είδε ήταν δύο ατελείωτα πόδια να τρέχουν προς το μέρος της. /p>

9

Η Ντέλλα έξαλλη άρπαξε το μπουφάν της και κατέβηκε τις σκάλες τρέχοντας αποφασισμένη να αντιμετωπίσει την Κυβέλη. 'Τί παιχνίδι παίζει η πουτάνα;'

Η ερώτηση της τριβέλιζε το μυαλό όλη την ώρα που καβαλούσε την Χάρλεϋ της τρέχοντας σαν άνεμος και κόβοντας από τα στενά της Ομόνοιας να βγει στην οδό Κυβέλης. Μέχρι να φτάσει εκεί είχε ήδη σχηματίσει μια θεωρία στο αναστατωμένο μυαλό της. 'Χρησιμοποίησε αυτή τη κοπελίτσα για να τραβήξει την προσοχή μου. Κάνει ότι μπορεί εδώ κι ένα χρόνο. Μαθαίνει όλες μου τις κινήσεις και φροντίζει να μαθαίνω ότι τις μαθαίνει. Αλλά τώρα τί συμβαίνει; Μπορεί να την ξέρω αυτή την μικρή. Αλλά δεν μούρχεται καμιά με τη περιγραφή της. Όχι ότι δεν θάθελα να την ξέρω μ' αυτά που έχω ακούσει', σκέφτηκε με ένα ελαφρύ χαμόγελο.

Ξαφνικά το χαμόγελο πάγωσε στα χείλια της. Θυμήθηκε μια φορά που ήταν μεθυσμένη μετά από άγριο σεξ με την Κυβέλη, που η αλήθεια να λέγεται, μόνο μ' αυτήν είχε φτάσει σε απερίγραπτα άκρα. 'Με είχε ρωτήσει ποιός είναι ο τύπος μου και αν θα μπορούσα να ερωτευθώ μία και μόνο μία γυναίκα. Και της είχα πει... της είχα πει αυτά που μου είπαν όλοι για την μικρή. Για τα δυο πράσινα μάτια στον ύπνο μου... της τα είχα πει όλα. Κακοποίησε έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή μοιάζει με τη φαντασίωσή μου.'

Μ' αυτή τη σκέψη και με κίνδυνο να διαλύσει την Χάρλεϋ ανέβασε απότομα ταχύτητα και καβάλησε το πεζοδρόμιο για να προσπεράσει την εφιαλτική κίνηση. Μερικοί πεζοί φώναξαν και έβρισαν αλλά εκείνη ήταν πολύ αλλού για να ακούσει. Φτάνοντας στο αδιέξοδο στενό μπόρεσε να σταματήσει μόνο με επί τόπου στροφή. Ξεκαβαλλίκεψε αμέσως και έκανε ένα βήμα να πάρει φόρα ν' ανέβει τις σκάλες.

Κι εκεί έμεινε. Στήλη. Μαρμαρωμένη. Καρφωμένη. Την είδε μπροστά της όπως όταν ερχόταν στον ύπνο της. Μικροκαμωμένη, ξανθούλα με δυο πράσινα μάτια όλο απορία και έκπληξη να την κοιτάζει τόσο έντονα που ήταν σαν να σπρώχνει ενάντια σ' ένα κύμα και φυσικά να παρασύρεται. Με το στόμα ανοιχτό είδε την μικρή να παραπαίει και να κλείνει τα μάτια της. Άπλωσε το χέρι της να πει κάτι αλλά φωνή δεν βγήκε παρά μόνο ανοιγόκλεισε το στόμα της σαν χρυσόψαρο. Και την είδε να πέφτει. Αυτόματα έτρεξε κοντά της και την έπιασε στον αέρα. Την ακούμπησε απαλά κάτω με το μυαλό της να τρέχει με χίλια χιλιόμετρα την ώρα και να μην καταλήγει πουθενά. Εικόνες βομβάρδιζαν τα μάτια της που όλες περιείχαν την οπτασία που κρατούσε στα χέρια της. Γονάτισε στο πεζοδρόμιο και πέρασε το χέρι της στα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της.

"Βλέπω γνωριστήκατε αλλά μάλλον δεν προλάβατε να συστηθείτε", άκουσε μια ειρωνική φωνή στο πλάι της. "Καλέ μία ματιά κατάφερε να κάνει αυτό που δεν κατάφερα ώρες με αλυσίδες και χειροπέδες". Στο άκουσμα αυτών των λέξεων η πραγματικότητα έσκισε την ομίχλη του μυαλού της. Σηκώθηκε και στάθηκε σε όλο το επιβλητικό της ύψος μπροστά στην Κυβέλη. Εκείνη ανατρίχιασε αλλά κατάφερε να κρατήσει την ψυχραιμία της.

"Μη μου εξάπτεσαι αγάπη μου. Χωρίς εμένα δεν θα την είχες βρει. Ήταν από τις πιο δύσκολες ασκήσεις που μου έβαλες ποτέ αλλά τα κατάφερα, έτσι δεν είναι;"

Δεν πρόλαβε να πει άλλα καθώς ένα χαστούκι την έρριξε κάτω. Με ματωμένο το πάνω χείλος σηκώθηκε ζαλισμένη. "Έτσι μ' αρέσεις" φώναξε και όρμησε πάνω της. Η Ντέλλα πρόλαβε και την απέφυγε. Την άρπαξε απ' τα μαλλιά και την έφερε μπροστά της.



 Την άρπαξε απ' τα μαλλιά και την έφερε μπροστά 
της.

"Εξαφανίσου και θα τα πούμε αργότερα. Γιατί αν συνεχίσεις τώρα θα σε κάνω να υποφέρεις όσο δεν μπορείς να φανταστείς."

"Μα γλυκειά μου αυτό θέλω από σένα. Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα χαζούλι;" Η Ντέλλα κάρφωσε τα γαλανά της μάτια στα ψυχωσικά μαύρα και ένοιωσε να τα καταλαβαίνει όλα.

"Το έχω καταλάβει και πολύ καλά. Γι' αυτό και τώρα τη πάτησες", είπε αφήνοντας τα μαλλιά της. Χαϊδεύοντας το πρόσωπό της μαζοχίστριας της ψιθύρισε μοχθηρά: "Δεν πρόκειται να σε ξαναγγίξω, να σε ξαναδείρω και να σε ξαναβρίσω ποτέ. Ποτέ πια".

Η Κυβέλη γούρλωσε τα μάτια της.

"Αυτό αποκλείεται. Θα σε κάνω εγώ. Να δες" και έτρεξε ν' αρπάξει την λιπόθυμη γυναίκα η οποία είχε αρχίσει να κουνιέται. Η Ντέλλα κατάλαβε ότι ήταν στα πρόθυρα να χάσει το παιχνίδι και πρόλαβε να σταθεί ανάμεσά τους. Έπιασε απαλά από τους ώμους το μαινόμενο θυλυκό και χαμογέλασε ενάντια σε ό,τι αισθανόταν.

"Και θα πρέπει να σ' ευχαριστήσω γι' αυτό που έκανες. Είναι πραγματικά αυτή που ονειρευόμουν" Η Κυβέλη άρχισε να κλωτσάει τυφλομένη από την τρέλλα της. Η Ντέλλα την κρατούσε με τα δυνατά της χέρια όσο πιο μακριά μπορούσε. "Έλα τώρα, μη μου εξάπτεσαι. Πήγαινε σπίτι σου να ηρεμήσεις". Η Κυβέλη είδε κι αποείδε και προσπάθησε να δαγκώσει όπου έβρισκε. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.

"Χτύπα με. Βρίσε με. Δεν σε μπορώ έτσι. Σε παρακαλώ." Η Ντέλλα ακλόνητη απέφευγε τις νυχιές και τις δαγκωματιές όσο μπορούσε. Μερικές είχαν βρει τον στόχο τους. Παρ' όλο που μέσα της έβραζε και πολύ ευχαρίστως θα την είχε κάνει λυώμα, ένοιωθε από πίσω της την μικρή να προσπαθεί να σηκωθεί. Έπρεπε να τελειώνει αυτή η υπόθεση.

"Άκουσέ με Κυβέλη. Πήγαινε σπίτι σου και θα σκεφτώ αν μπορούμε να κάνουμε κάτι όπως παλιά. Ενώ αν δεν πας τότε να με ξεχάσεις. Κάθε φορά που θα σε συναντάω θα σε φιλάω σταυρωτά και θα σε ρωτάω τί κάνεις. Όπως την θεία μου τη Μαριγούλα. Αυτό θες;"

"Όχι," ψιθύρισε με δυστυχισμένη φωνή.

"Τότε πήγαινε."

Με σκυμένο το κεφάλι η Κυβέλη έκανε δυο βήματα πίσω. Η Ντέλλα ήταν σε εγρήγορση γιατί ήξερε ότι η γυναίκα δεν είχε όρια στην πονηριά και την δολοπλοκία. Εκείνη όμως υποχώρησε και με τρεμάμενο βήμα προχώρησε προς τις σκάλες του σπιτιού της "Όχι όπως την θεία σου την Μαριγούλα", είπε με παράπονο.

"Πήγαινε και θα δούμε. Από σένα εξαρτάται", είπε η Ντέλλα δαγκώνοντας το χείλος της για να μη γελάσει. Η Κυβέλη κούνησε το κεφάλι της και ανοίγοντας την πόρτα εξαφανίστηκε στο αρχοντικό της.

Με το που έκλεισε την πόρτα η Ντέλλα γύρισε αμέσως να δει τί γινόταν με την μικρή. Την βρήκε όρθια να παρακολουθεί την σκηνή. Την περνούσε ένα κεφάλι μες στο νερό. Τα γαλανά μάτια χάθηκαν μες στα πράσινα. Ξερόβηξε να καθαρίσει τον λαιμό της και ρώτησε "Είστε καλά;"

Η μκρή έγνεψε καταφατικά καθώς δεν είχε βρει την φωνή της ακόμα. Συνειδητοποίησε ότι κρατούσε το κάγκελο. Το άφησε κοκκινίζοντας.

"Πρέπει να με πείραξε κάτι. Συγγνώμη για την ταλαιπωρία."

"Όχι, προς Θεού", απάντησε γρήγορα η Ντέλλα και της έπιασε το μπράτσο. Καταλαβαίνοντας τί έκανε ήταν η σειρά της να κοκκινίσει. 'Καλή αρχή', σκέφτηκε ειρωνικά. Συνέχισαν να κοιτάζονται χωρίς να ξεκολλάνε. Η Ντέλλα έσπασε πρώτη την σιωπή.

"Θέλετε να πιείτε κάτι; Με λένε Ντέλλα" είπε και πρότεινε το χέρι της. Η μικρή κοίταξε τα μακριά δάχτυλα και ένοιωσε κάτι απίστευτα οικείο. Το πήρε στο μικρό της χέρι που το είδε να χώνεται τέλεια μες στο μεγαλύτερο. Η Ντέλλα το έσφιξε και δεν το άφησε. "Ναι", είπε σε λίγο η μικρόσωμη γυναίκα. "Κι εμένα Βερενίκη".

"Έχω την μηχανή μου εδώ, αν θέλετε. Είμαι προσεκτική οδηγός." 'Και ο Χάνιμπαλ να είσαι εγώ θα σε ακολουθήσω', χοροπήδησε από μέσα της η Βερενίκη.

"Ωραία" είπε μόνο και ακολούθησε την αμαζονική γυναίκα. Τα μακριά πόδια καβάλησαν άνετα την μηχανή και έκανε νόημα στην μικρή να ανέβει. Εκείνη υπάκουσε και αμέσως τα χέρια της βρέθηκαν γύρω από την λεπτή μέση. Η Ντέλλα ανατρίχιασε από ηδονή.

"Κρατήσου καλά Βερενίκη", είπε και το όνομα κύλησε από τα χείλη της σαν να το έλεγε χρόνια. "Κρατιέμαι Ντέλλα", χαμογέλασε η ξανθούλα. Βάζοντας μπρος η Χάρλεϋ εξαφανίστηκε. Στον πάνω όροφο του νεοκλασσικού της οδού Κυβέλης μια κουρτίνα έκλεισε απαλά και ένας λυγμός ακούστηκε.

Η συνέχεια σε κανένα μήνα περίπου. Η Ντέλλα και η Βερενίκη βρέθηκαν επιτέλους. Ήταν όντως γραφτό τους; Και τί θα συμβεί στον ουρανό της Αθήνας όταν και αν συνευρεθούν;

Μέρος Πέμπτο

back to writers home