sitemaphome

Χειροπέδες στην Οδό Κυβέλης

αστυνομικό μυθιστόρημα με φοβερό σασπένς και καυτό σεξ

σύντομα στο περίπτερο της γειτονιάς σας

της Suzanne Velcro

εικονογράφηση: Harry Fraud

πίσω στο Πρώτο Μέρος

πίσω στο Δεύτερο Μέρος






πατήστε εδώ αν είστε ημικρανική
και σας ζαλίζουν τα χρώματα

Μέρος Τρίτο

5

'Εβγαλε την εφημερίδα από τη τσάντα της και παρήγγειλε ένα φρέντο γλυκό. 'Χρειάζομαι την ενέργεια', δικαιολογήθηκε στον εαυτό της για την έξτρα ζάχαρη που ζήτησε.

Άνοιξε την εφημερίδα στη μέση κατ' ευθείαν. Τα εκπαιδευμένα μάτια της σάρωναν τις μικρές ειδήσεις καθώς ρουφούσε τον καφέ της. Έγλειψε με την άκρη της γλώσσας της το καλαμάκι και άκουσε έναν αναστεναγμό. Γύρισε και είδε μία καλοντυμένη, όμορφη σαραντάρα περίπου να την κοιτάζει με θολό βλέμμα. Η Ντέλλα, χωρίς ν' αφήσει το καλαμάκι από τα χείλη της, της έκλεισε το μάτι και χαμογέλασε ελαφρά. Η άκρη της γλώσσα της ξαναβγήκε και άγγιξε το καλαμάκι στην κορυφή του όπου και το έπαιξε λίγο. Η όμορφη γυναίκα ξεσταύρωσε τα πόδια της και τα μισάνοιξε. Η Ντέλλα ρούφηξε λίγο απ' τον καφέ της σκεπτόμενη αν το ήθελε αυτό που γινόταν. Γυρίζοντας λίγο το κεφάλι της να βρει το τασάκι το μάτι της έπεσε σε μια πρόταση. Ήταν ξανθιά. Ανασηκώθηκε και ξέχασε τα πάντα γύρω της. Άρπαξε την εφημερίδα κι άρχισε να διαβάζει με μανία.

Ένα περίεργο συμβάν ανέφερε ο αστυνομικός μας συντάκτης που αναφέρθηκε από το αστυνομικό τμήμα Εξαρχείων. Στις 1.45 σήμερα το πρωί περαστικός βρήκε δεμένη και φιμωμένη μία κοπέλα στο πεζοδρόμιο της οδού Μαυρομιχάλη, δύο τετράγωνα πάνω απ' τη Ναυαρίνου . Η κοπέλα φαινόταν σαν να ξυπνάει και ήταν πεταμένη στα σουπίδια, δήλωσε ο περαστικός. Ήταν ξανθιά και μικροκαμωμένη. Την ελευθέρωσε, εκείνη σηκώθηκε και εξαφανίστηκε χωρίς να απαντήσει σε καμία από τις ερωτήσεις. Ο ανήσυχος περαστικός πήγε να το δηλώσει στο τμήμα. Περιπολικό αστυνομίας πήγε αμέσως στον χώρο του συμβάντος αλλά δεν βρήκε κανένα ίχνος. Η αστυνομία θεωρεί ότι εφ' όσον δεν υπήρξε κακοποίηση το θέμα θεωρείται λήξαν.

'Δεν υπήρξε κακοποίηση', μούγκρισε η Ντέλλα. 'Δεμένη, φιμωμένη στο πορτμπαγκάζ, πετιέται στο πεζοδρόμιο και στα σκουπίδια κιόλας και είναι όλα ωραία και καλά. Αυτοί βέβαια δεν ξέρουν ότι βγήκε απ' το πορτμπαγκάζ. Άλλος περαστικός την έλυσε.' Συνοφρυωμένη άναψε άλλο τσιγάρο και κοίταξε αφηρημένα τον καπνό που ανέβαινε νωχελικά. 'Καθόλου δεν φυσάει σήμερα', σκέφτηκε.

Ένα διακριτικό καθάρισμα λαιμού την έκανε να κοιτάξει δεξιά της. Η γυναίκα ήταν ακόμα εκεί. Η Ντέλλα την κοίταξε από πάνω ως κάτω και μετά στα μάτια. 'Όχι', σκέφτηκε. 'Όχι σήμερα'. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, σηκώθηκε, άφησε λεφτά στο σφηνάκι κι έφυγε.

'Γιατί στη Μαυρομιχάλη; Κάτι με τράβηξε εδώ πέρα. Το γνωστό μου ένστικτο; Δεν νιώθω αυτό που νιώθω συνήθως'. Μ' αυτές τις σκέψεις βρέθηκε στο σημείο που έλεγε η εφημερίδα ότι έλαβε χώρα το συμβάν. Κοιτώντας απέναντι είδε μία ψηφιακή πινακίδα χριστιανικού βιβλιοπωλείου που διαφήμιζε τις σωτήριες δυνάμεις του Κυρίου. Πιο κάτω μία μπουτίκ με μία κούκλα. 'Εδώ ήταν'.

Άρχισε να περιφέρεται προσεχτικά στο πεζοδρόμιο ψάχνοντας για οτιδήποτε. Σε μια γωνιά πίσω απ' τη κολώνα είδε ένα μαντήλι κίτρινο με κόκκινα στίγματα. Το πλησίασε και έσκυψε πάνω του. 'Αίμα'. Πόσο οικείο της ήταν αυτό το χρώμα της σκουριάς του φρεσκοξεραμμένου αίματος. Έβγαλε ένα πλαστικό σακουλάκι από την τσάντα της και ένα τσιμπιδάκι, το σήκωσε και το έβαλε μέσα. Πολλές φορές είχε βρεθεί στην περίεργη θέση να είναι βαθύτατα ευγνώμων για την απίστευτη ανικανότητα του δημάρχου της πρωτεύουσας να οργανώσει μία απλή αποκομιδή σκουπιδιών, όπως και για τη φοβερή ικανότητα της αστυνομίας να παραβλέπει το πλέον οφθαλμοφανές. 'Η ζωή μου θα ήταν πολύ πιο δύσκολη σε άλλη πρωτεύουσα' σκέφτηκε χαμογελώντας σαρκαστικά.

Ευχαριστημένη απ' τον εαυτό της ξανακοίταξε προσεκτικά γύρω της και αποφάσισε να γυρίσει στο γραφείο. 'Οι θεοί μ' αγαπούν σήμερα'. Έβαλε το χέρι στη κωλότσεπη και σιγοσφυρίζοντας άρχισε να κατεβαίνει προς την Ακαδημίας. Μπήκε στο μετρό του Πανεπιστημίου και κατέβηκε στην Ομόνοια. Έκοψε από Κλεισθένους και βρέθηκε στην Σαπφούς που ήταν το γραφείο της. Ανέβηκε στον τρίτο τρία τρία τα σκαλιά και με την ίδια καλή διάθεση μπήκε μέσα. Έριξε το σακάκι της στον δερμάτινο καναπέ, και κάθισε στη ψηλή καρέκλα της. Άπλωσε τα εκπληκτικά της πόδια πάνω στη γραφείο και ακούμπησε την τσάντα της στους μηρούς της. Τα χέρια της με τα μακριά, δυνατά δάχτυλα που είχαν τρελάνει τη μισή Αθήνα και είχαν αφήσει την άλλη μισή σε μαύρη απελπισία χάιδεψαν το μαύρο δέρμα.

'Τί έχουμε λοιπόν; Μία ξανθή κούκλα μικροκαμωμένη που χωράει σε πορτμπαγκάζ', εδώ σταμάτησε και ανασηκώθηκε παίρνοντας βαθιά ανάσα. Η κλειστοφοβία της την έπνιξε για μια στιγμή. 'Ευτυχώς που δεν χωράω σε πορτμπαγκάζ', μουρμούρισε και αυτή τη φορά σηκώθηκε και πήγε ν' ανοίξει το παράθυρο. Ρουφώντας αχόρταγα τον αμφίβολο αέρα της πόλης συνέχισε. 'Μία πινακίδα που αρχίζει από Υ και τελειώνει σε 8. Μας λείπουν δύο γράμματα και τρεις αριθμοί ενδιάμεσα. Ένα αυτοκίνητο, μεσαίου μεγέθους ίσως, μπλε ή μαύρο ή μωβ σκούρο. Ένα μαντήλι κίτρινο και κατά πάσα πιθανότητα μία ομάδα αίματος. Ωραία. Και ένα έγκλημα που δεν ξέρουμε αν είναι έγκλημα, ένα θύμα που μπορεί και να μην είναι θύμα, ένα κίνητρο άγνωστο και μία ιστορία παντελώς άγνωστη. Και δύο μάρτυρες που συμφωνούν ότι η μικρή ήταν όμορφη. Ο δεύτερος της μίλησε. Νομίζω απ' αυτόν θ' αρχίσω.'

Γυρίζοντας στο γραφείο της, άνοιξε μία ατζέντα δερμάτινη και ξεφτισμένη σε μία σελίδα του και με τον μακρύ της δείχτη κατέβηκε τα ονόματα γρήγορα. Σταμάτησε σε ένα. Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε γρήγορα τον αριθμό. "Τον Παύλο Πέτρου παρακαλώ". Ένα μουγκρητό επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι ο αστυνομικός δεν ήταν και από τους πιο δημοφιλείς στο τμήμα. "Ναι;".

"Παύλο γεια σου, Ντέλλα εδώ".

"Α, έλα Ντέλλα. Τί γίνεται;"

"Μια χαρά, θέλω την βοήθειά σου."

6

Την τράβηξε από το χέρι και η μικρή σκοντάφτοντας την ακολούθησε σε ένα μακρύ διάδρομο. Ανοίγοντας μία τεράστια καρυδένια πόρτα την έσπρωξε μέσα. 'Μα τί είναι αυτό, θρίλερ βλέπω;' σκέφτηκε κοιτώντας την ψηλή γυναίκα η οποία πήγε στην άλλη άκρη του δωματίου και άνοιξε ένα ντουλάπι. Τα μάτια της Βερενίκης γούρλωσαν βλέποντας μία τεράστια συλλογή από όργανα βασανιστηρίου να κρέμονται μέσα στο ντουλάπι. Η Κυβέλη, αγνοώντας την έκφραση της μικρής, διάλεξε κάποια και μετά γύρισε προς το θύμα της.

"Σε παρακολουθώ κάτι μήνες. Είσαι ονειροπόλα, γι' αυτό δεν με πήρες χαμπάρι. Μια φορά που σκόνταψες στην Ιπποκράτους εγώ σε κράτησα. Μια άλλη φορά σε ρώτησα τί ώρα είναι εσύ μου είπες αλλά ούτε που με κοίταξες. Στον κόσμο σου. Τί, ή μάλλον ποιά σκέφτεσαι μικρούλα μου. Την μελαχρινή πριγκίπισσα που θα έρθει με το άλογό της να σε αρπάξει και να σε πάρει μακριά;"

Η κοπελίτσα πάνιασε. Και μετά κοκκίνισε.

Με δύο μεγάλα βήματα η Κυβέλη την πλησίασε της έπιασε το σαγόνι και την φίλησε βίαια.

"Κι αυτή σε ψάχνει", είπε χαμηλόφωνα, "αλλά παλεύω με νύχια και με δόντια να μη βρεθείτε. Αλλά επειδή ήρθε η ώρα να συμβούν πολλά πράγματα, δεν είχα άλλη ευκαιρία να δοκιμάσω... κάποιες... αρετές σου που σίγουρα θα τρελάνουν την άλλη. Άσε που θα την κάνει να λυσσάξει κιόλας!" και ξέσπασε στα γέλια.

Σοβαρεύοντας απότομα είπε: "Τώρα γδύσου και γρήγορα. Το βαριέμαι αυτό το στάδιο." Η μικρή όρμησε προς την πόρτα αλλά ένα σιδερένιο χέρι την σταμάτησε. "Μην είσαι ανόητη. Θα φύγεις όταν το πω εγώ". Με το άλλο της χέρι της ξέσκισε το πουκάμισο και της ξεκούμπωσε το παντελόνι. "Τώρα συνέχισε μόνη σου", είπε. "Εγώ πάω ν' αλλάξω, και η πόρτα φυσικά είναι κλειδωμένη."

Ακίνητη η μικρή είδε την ψηλή μορφή να υποχωρεί προς μία άλλη πόρτα. Δοκίμασε την πόρτα η οποία ούτε που κουνήθηκε. Τρέμοντας έβγαλε το πουκάμισό της και τα παπούτσια της. Κάθισε στην άκρη του τεράστιου κρεβατιού και έβγαλε το παντελόνι της. 'Ίσως άμα της κάνω όλα τα χατίρια να με αφήσει' μουρμούρισε. 'Αρκεί να μη θέλει να με σκοτώσει'.

Στη σκέψη αυτή ανατρίχιασε και είδε τα όργανα που είχε βγάλει απ' το ντουλάπι. Έτρεξε κοντά τους και είδε ένα μαστίγιο και κάτι λουριά πέτσινα με κλιπάκια στις άκρες. Πήρε το μαστίγιο και γύρισε απότομα όταν ένοιωσε μια φοβερή δύναμη να της στρίβει το χέρι.

"Αυτά κοριτσάκι μου είναι για μένα", μία φωνή ψιθύρισε στο αυτί της. Έσκουξε από τον πόνο και άφησε το μαστίγιο. "Από τώρα;" είπε γελώντας η Κυβέλη και στάθηκε μπροστά της. Της μικρής της κόπηκε η ανάσα απ' το θέαμα.

Η Κυβέλη φορούσε... ή δεν φορούσε. Τέλος πάντων, φορούσε ένα μαύρο, δερμάτινο κορμάκι με μεγάλα ασημένια καρφιά με τρύπες στο στήθος στον καβάλο και, υπέθεσε, και στον κώλο. Ψηλές δερμάτινες μπότες με δεκάποντα στιλέτα την έκαναν να φαντάζει τεράστια. Το στήθος της που έβγαινε από τις τρύπες ήταν κατάλευκο και οι ρώγες τρυπημένες με μικρούς ασημένιους κρίκους. Κοιτώντας αποσβολωμένη είδε και ένα κρίκο να βγαίνει από το αριστερό χείλος του άτριχου μουνιού της.

"Σ΄αρέσει αυτό που βλέπεις;" Η μικρή έκλεισε το ξαφνικά στεγνό στόμα της και κοίταξε τα μάτια της. Ξεροκατάπιε και δεν είπε τίποτα.

"Νομίζω πως ναι", είπε γελώντας και γύρισε την πλάτη της. Τα ημισφαίρια του κώλου της ξεπρόβαλαν ολοστρόγγυλα από το κορμάκι.

"Έλα να παίξουμε", είπε με ναζιάρικη φωνή και της άπλωσε το χέρι.

Η Βερενίκη το πήρε τρέμοντας και ένοιωσε ένα τράβηγμα να τη φέρνει στη μέση του δωματίου. Η Κυβέλη ξεκούμπωσε το σουτιέν της μικρής με το ένα χέρι και με το άλλο ξέσχισε το σλιπάκι.

"Έι,", πήγε να δια μαρτυρηθεί αλλά ένα καυτό στόμα βρέθηκε ξαφνικά να ρουφάει με μανία τα χείλια της. Το χέρι της βρέθηκε να γλιστράει σε μία ζεστή γλιστερή εσοχή και άκουσε ένα βογγητό. Τα μάτια της Κυβέλης ήταν σχεδόν μαύρα όταν την κοίταξε και της είπε μέσα απ' τα δόντια: "Είδες τί μου κάνεις;"

Ακούστηκε ένα μικρός λαρυγγισμός από τη Βερενίκη και η Κυβέλη έβγαλε το χέρι της. "Όχι όμως ακόμα". Με μία γρήγορη κίνηση βρέθηκαν κάτι χειροπέδες στα χέρια της που της πέρασε στους λεπτούς καρπούς του κοριτσιού. Σήκωσε τα χέρια της ψηλά και η Βερενίκη άκουσε ένα κλικ. Κοιτώντας πάνω είδε τις χειροπέδες να κρέμονται από μία αλυσίδα από το ταβάνι που ούτε την είχε πάρει χαμπάρι.

'Κρέμομαι από το ταβάνι'. Οι παρατηρήσεις της εκείνη την ώρα ήταν συναισθηματικά αποκομμένες. Ήταν η μόνη λύση για να μην αρχίσει να στριγγλίζει καθώς της ερχόντουσαν στο μυαλό όλα τα σπλάτερ που είχε δει και στα οποία είχε μια κάποια αδυναμία. Ξαφνικά ένοιωσε ένα δυνατό πόνο στο στήθος της. Είδε τα δερμάτινα λουριά να κρέμονται από τις ρώγες της με κλιπάκια. Οι ρώγες της ήταν όρθιες και σκληρές. Η Κυβέλη τράβηξε τα λουριά και της κόπηκε η ανάσα απ' τον πόνο. 'Έχω διαβάσει γι' αυτό αλλά δεν ήταν κάτω από τέτοιες συνθήκες', και μ' αυτή τη σκέψη ένοιωσε τον πανικό να την κυριεύει.

"Όχι, όχι", άρχισε να φωνάζει και η φωνή της πνίγηκε καθώς ένα μαντήλι την φίμωσε. Ένα χαστούκι την άφησε άναυδη. "Εσύ δεν θα φωνάζεις." Πηγαίνοντας από πίσω της η Κυβέλη χούφτωσε τον κώλο της και δάγκωσε τον ώμο της. "Είσαι κούκλα και σου κάνω όλα αυτά που θέλω να μου κάνει μια άλλη". Έχωσε τον δείκτη της στον κόλπο και τον τράβηξε αμέσως. Κοιτάζοντάς τον είπε: "Είσαι ανώμαλη κατά βάθος. Κοίτα πόσο βρεμένη είσαι;" και έβαλε το δάχτυλο στο στόμα γλύφοντάς το με ηδονή. "Έχεις πολύ ωραία γεύση" Πηγαίνοντας από μπροστά κατέβασε τις αλυσίδες και ανάγκασε την κρατούμενη να σκύψει. Πλησιάζοντας έσπρωξε το μουνί της στο πρόσωπο της Βερενίκης. Τώρα γλύψε με και κοίτα να το κάνεις καλά. Δεν μπορώ το αδέξιο γλυφομούνι. Μου τη δίνει" μούγκρισε και πιάνοντας το ξανθό κεφάλι το έτριψε δυνατά στο άτριχο υγρό βουναλάκι της.

Η Βερενίκη έβγαλε δισταχτικά την άκρη της γλώσσας της και άρχισε να εξερευνάει. Φαίνεται ότι της άρεσε της ψηλής ξανθιάς η οποία άρχισε ν' αναστενάζει και έκανε κι άλλο μπρος. Ενθαρρυμένη αλλά μες στο πόνο έβγαλε όλη της τη γλώσσα και βρήκε το εξογκωματάκι να τη περιμένει έτοιμο. Το άγγιξε με την άκρη της γλώσσας της και ένοιωσε τους γοφούς της Κυβέλης ν' αρχίζουν το προαιώνιο ρυθμικό κούνημα. Τα λουριά με τα κλιπάκια στις ρώγες τραβιόντουσαν κάθε φορά που πήγαινε να σηκωθεί λίγο. Ο πόνος την τρέλαινε περίεργα. Γλύφοντας πιο έντονα ένοιωσε την ανάσα της να κόβεται από το στρίμωγμα καθώς η Κυβέλη είχε σχεδόν καβαλήσει το πρόσωπό της. Τα χέρια της πονούσαν τρομερά δεμένα ακόμα απ' το ταβάνι και η μέση της την πέθαινε. Κι από πάνω η Κυβέλη άρχισε να τη χτυπάει με το κοντό μαστίγιο στα καπούλια. Η μόνη της ελπίδα ένα γρήγορα τελείωμα. Αλλά αυτό γίνεται πάντα μόνο με υπομονή και ρυθμό και το ήξερε. Συνέχισε λοιπόν και που και που έστελνε τη γλώσσα της και γύρω γύρω ευελπιστώντας ότι ήταν ευαίσθητη στα χείλη. Και ήταν. Μετά από λίγη ώρα το όρθιο κορμί κυριεύτηκε από σπασμούς και γονάτισε μπροστά της.

Η Κυβέλη πήρε το μουσκεμένο πρόσωπο και το φίλησε άγρια. "Μπράβο κούκλα μου". Τότε τη χαστούκισε δυνατά. "Θα την τρελάνεις. Αλλά θα σε σπάσω εγώ πρώτα", άκουσε την αλλοπρόσαλλη γυναίκα να ψιθυρίζει.

Σηκώθηκε έβγαλε τα λουριά και την έλυσε.

Η Βερενίκη σωριάστηκε στο πάτωμα.

"Όχι κοριτσάκι μου, δεν τελείωσες ακόμα. Πήγαινε στο κρεβάτι."

Η μικρή σηκώθηκε με κόπο και πήγε στο κρεβάτι. "Ανάσκελα". Η μικρή υπάκουσε. Δυο χέρια χούφτωσαν τα ολοστρόγγυλα στήθη της. Η Βερενίκη απόρησε: 'Λες να μου κάνει κι εμένα;'

Σαν να διάβασε τη σκέψη της η άγρια ξανθιά γέλασε. "Νομίζεις ότι θ' ασχοληθώ τώρα μαζί σου; Είσαι πολύ αφελής". Και συνέχισε να γελάει τσιμπώντας τις ήδη πονεμένες ρώγες της μικρής. "Απλώς κοιτάω να δω αν είσαι το σωστό μέγεθος. Που είσαι! Το ήξερα άλλωστε από τη στιγμή που σε είδα" είπε χαμογελώντας ηδονικά και της πήρε τα χέρια και τα ανέβασε πάνω από το κεφάλι της.

Εκεί τα έδεσε στα κάγκελα του κρεβατιού με χειροπέδες. Μετά της άνοιξε τα πόδια ολότελα και τα έδεσε από τους αστραγάλους στις δύο άκρες του κρεβατιού. Η μικρή ένοιωσε τον τρόμο να τη καταλαμβάνει. 'Θεέ μου, πάει τελείωσα' σκέφτηκε και ένα δάκρυ κύλησε. "Κι άλλα δάκρυα θέλω, πολλά δάκρυα" είπε η παρανοϊκή γυναίκα και τα μάζεψε με δύο δάχτυλα που τα έβαλε μετά στο μουνί της.

"Εκεί τα γράφω" και ξεράθηκε στα γέλια με το αστείο της. Συνήλθε απότομα και κοίταξε το μικροκαμωμένο λυγερό σώμα που κειτόταν στο κρεβάτι και κοντανάσαινε από φόβο. Με σαρδόνιο χαμόγελο σκαρφάλωσε στο κρεβάτι και καβάλησε το στομάχι της μικρής. Άρχισε να τρίβεται και να δαγκώνει τις ρώγες που ανεβοκατέβαιναν γρήγορα. Απότομα βρέθηκαν τα δικά της βυζιά να κρέμονται πάνω από το στόμα της μικρής.

Άρχισε να τα περνάει αργά πάνω από το πρόσωπό της. Έσπρωξε τη μία θηλή μέσα στο στόμα της. "Δάγκωσέ με" μουρμούρισε. Η μικρή άρχισε να δαγκώνει γύρω από τον κρίκο. "Τράβα τον γαμώ το μου. Γι' αυτό είναι εκεί" είπε και της τράβηξε ένα δυνατό χαστούκι. Με τα μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα η μικρή πήρε τον ένα κρίκο και άρχισε να τον τραβάει. "Έτσι" αντήχησε από πάνω της η βαθιά φωνή. Όλη την ώρα που ενάλλασσε τα βυζιά της στο στόμα της μικρής έτριβε το μουνί της στη γυμνασμένη κοιλιά από κάτω της. Η Βερενίκη ένοιωθε τα υγρά να αυξάνονται στη κοιλιά της και ήταν σίγουρη ότι τα δικά της έτρεχαν εξ ίσου. Μέσα στο φόβο της δεν έπαυε να επιπλήττει τον εαυτό της για τον ερεθισμό που ένοιωθε με την δράση που εκτυλισσόταν πάνω της.

Μία παρανοϊκή αλλά πανέμορφη ξανθιά με δερμάτινο κορμάκι που άφηνε έξω όλα όσα μετράνε να τρίβεται και να χώνει τα βυζιά στο στόμα της. 'Αν ήταν τσόντα θα είχα χύσει τώρα', σκέφτηκε μπερδεμένη. Λες και πάλι κατάλαβε η Κυβέλη έβαλε το χέρι της πίσω απ' τη πλάτη της ν' αγγίξει το ξανθό μουνάκι που ήταν εκτεθειμένο στα πάντα. "Είσαι πολύ βρώμα κατά βάθος. Κοντεύεις να χύσεις πριν από μένα" είπε κοιτώντας το χέρι της. "Αλλά αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, γιατί αν συμβεί δεν θα βγεις από δω μέσα ζωντανή." Ξανάπιασε τα στρογγυλά σαν ζουμερά ροδάκινα βυζιά με τις ορθωμένες ρώγες.

Σκαρφαλώνοντας αργά προς τα πάνω κάθισε πάνω από το αριστερό με ένα βαθύ αναστεναγμό. Κρατώντας το σαν πορτοκάλι άρχισε να το τρίβει δυνατά στο μουνί της. Η μικρή κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό. Κουνώντας ελαφρά τους γοφούς της τοποθέτησε τη ρώγα πάνω στη κλειτορίδα της.

Εκεί ξανάρχισε το ρυθμικό κούνημα των γοφών της με το κεφάλι ριγμένο πίσω. Το μεταλικό δαχτυλίδι πιανόταν στη θηλή και την έκανε να στέκεται όρθια. Λίγο πριν χύσει πήγε λίγο μπρος και έχωσε τη ρώγα στο κόλπο της όπου το κούνημα των γοφών έγινε ξέφρενο. Δεν πήρε πολύ να τελειώσει. Αμίλητη σηκώθηκε και κοίταξε με θολωμένα μάτια τη μικρή. "Αν τολμήσεις και τελειώσεις εδώ μέσα είσαι χαμένη". Και με ένα τελευταίο χαστούκι εξαφανίστηκε.

Η μικρή απόμεινε δεμένη χειροπόδαρα με το μουνί της μούσκεμα και την ψυχή της μπερδεμένη όσο ποτέ. Δεν ήξερε τί την πονούσε πιο πολύ. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα όμορφα μάτια της. Μετά από λίγο μπήκαν δύο γοριλλοειδείς άντρες που την έλυσαν απότομα και της πέταξαν τα ρούχα της στη μούρη. Αφού ντύθηκε κακήν κακώς την άρπαξαν, την έδεσαν με σχοινιά πισώπλατα και την φίμωσαν με ένα κίτρινο μαντήλι. Έχωσαν μέσα στα σχοινιά ένα πέτσινο πορτοφολάκι, την σήκωσαν και την κατέβασαν από μία εσωτερική σκάλα σε ένα γκαράζ. Εκεί άνοιξαν το πορτμπαγκάζ ενός ανθρακί Πεζώ και την πέταξαν μέσα.

Η Βερενίκη επιτέλους λιποθύμησε βλέποντας το καπάκι να κλείνει πάνω της. Μετά θυμάται ότι συνήλθε ακούγοντας τη φωνή κάποιου που της έδινε μαλακά χαστούκια και της έλεγε:

"Κοπέλα μου είσαι καλά; Ξύπνα". Σηκώθηκε τρικλίζοντας και άρχισε να κατεβαίνει τρέχοντας τον δρόμο. Ούτε θυμάται πώς βρέθηκε στο σπίτι της στο κρεβάτι της. Και τώρα κάθεται μόνη της στη κουζίνα της και αισθάνεται σαν το κατακάθι της γης, την συνοικιακή πουτάνα και το πιο βδελυρό υποκείμενο που έχει γνωρίσει.

'Πιο βδελυρή κι από κείνη', είπε και ξανάρχισε να κλαιει με λυγμούς.

Η συνέχεια στο επόμενο σε ένα μήνα. Θα πληρώσει η φρικτή Κυβέλη για τις αποτρόπαιες πράξεις της; Κι ακόμα πιο σημαντικό: θα βρει η Ντέλλα την Βερενίκη;

Μέρος Τέταρτο

back to writers home