sitemaphome

Χειροπέδες στην Οδό Κυβέλης

αστυνομικό μυθιστόρημα με φοβερό σασπένς και καυτό σεξ

σύντομα στο περίπτερο της γειτονιάς σας

της Suzanne Velcro

εικονογράφηση: Harry Fraud

πίσω στο Πρώτο Μέρος





πατήστε εδώ αν είστε ημικρανική
και σας ζαλίζουν τα χρώματα

Μέρος Δεύτερο

3

Ανεβαίνοντας αργά την Μαυρομιχάλη, κοιτούσε δεξιά κι αριστερά. 'Η Σκουφά λέγεται Ναυαρίνου σ'αυτό το ύψος. Πρέπει να τον ρωτήσω αν μπέρδεψε κι άλλα', μουρμούρισε κι έβγαλε το κινητό της. Έψαξε τις μνήμες και πατώντας μία πήρε έναν αριθμό κινητού, το έβαλε στ' αυτί της και περίμενε. Μούγκρισε ανυπόμονα καθώς δεν το σήκωνε κανένας. Μετά την έβδομη φορά μια αγουροξυπνημένη φωνή απήντησε.

"Ναι;"

"Κύριε Χριστίδη, Νιώτου εδώ, θέλω να μου πείτε όταν ανεβαίνατε την κάθετο της Σκουφά αν θυμάστε κάτι."

"Ε;" είπε η φωνή.

"Μ' ακούσατε; Νιώτου εδώ!" φώναξε εκνευρισμένη η ντετέκτιβ.

"Ναι, ναι γεια σας, συγγνώμη. Αμμ, μια στιγμούλα μόνο - " ψέλλισε η φωνή. "Τί να σας πω. Κάτι κόκκινα γράμματα θυμάμαι ν' αναβοσβήνουν και σκεφτόμουν τί ωραία που θάταν νάταν τ' αστέρια κόκκινα. Μετά χαιρέτησα μια γκόμενα, αλλά ήταν μια κούκλα σε βιτρίνα. Δεν παρακολουθούσα όμως γιατί έψαχνα να βρω άδειο σκουπιδοτενεκέ για ανακύκλωση αλουμινίου για να ρίξω το κουτάκι μου της μπύρας για την προστασία του περιβάλλοντος γιατί δεν πάει άλλο κυρία Νιώτου με την υπερβολή που μας διακρίνει. Αλλά σιγά μην είχε κάδους - "

"Κύριε Χριστίδη!" γάβγισε η Ντέλλα "συνέλθετε, γαμώ το κέρατό μου."

"Ναι, ναι, συγγνώμη," ακούστηκε η φωνή που πάνω που είχε πάρει λίγο τα πάνω της με τα σκουπίδια, ξαναμαζεύτηκε. "Δεν θυμάμαι τίποτ' άλλο. Συγχωρέστε με."

"Ευχαριστώ, γεια σας. Πάρτε με αν τυχόν θυμηθείτε κάτι." Έκλεισε το κινητό με μένος. 'Τί κάθομαι κι ασχολούμαι, γαμώ τη μου. Και να το βρω το σημείο τί θα καταλάβω; Άι σιχτίρ.' Βλέποντας μια καφετέρια αποφάσισε να κάτσει να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Για κάποιο λόγο που δεν καταλάβαινε και η ίδια ένοιωθε ανάστατη.

Δεν έδωσε σημασία στα βλέμματα θαυμασμού που την έλουσαν. Μια ζωή τα ίδια, ούτως ή άλλως. Το ύψος της σε συνδυασμό με τα μεθυστικά γαλάζια μάτια της, τα ψηλά ζυγωματικά και τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά πάντα δημιουργούσαν ένα κλίμα δέους όπου εμφανιζόταν. Η πινελιά που έκανε την εμφάνισή της εκπληκτικά αμαζονική ήταν το αλαζονικό της στήσιμο που δεν σήκωνε κουβέντα.

Και φυσικά το συνέχεια τσατισμένο της ύφος. Πολλές φορές οι κοινοί θνητοί μέριαζαν για να περάσει. Τα καλλίγραμμα τόξα των φρυδιών της ήταν σχεδόν πάντα συνοφρυωμένα.

Εκτός όταν το βλέμμα της καρφωνόταν σε κάποια ύπαρξη του γούστου της. Του ερωτικού της γούστου. Τότε το ένα τόξο αναρριχιόταν πονηρά έτσι που σχεδόν να χάνεται μέσα στις αφέλειες της και το συνόδευε ένα χαμόγελο προς τη μία πλευρά, στυλ Έλβις. Το όμορφο κεφάλι ανασηκωνόταν και μισόκλεινε τα θαλασσιά μάτια. Οι αισθήσεις κουρδίζονταν στο έπακρο. Το αντικείμενο του πόθου συνήθως τάχανε όταν έβλεπε αυτή τη λέαινα να πλησιάζει. Τις περισσότερες φορές βέβαια η επίθεση ήταν καλοδεχούμενη.

Δεν κυκλοφορούν πολλές τέτοιες θεές στην Αθήνα. Με σώμα κλεψύδρα, πόδια ατελείωτα και στήθος φουσκωμένο πάντα έτοιμο για παιχνίδι. Παιχνίδι πότε γρήγορο και πότε μαραθώνιας διάρκειας. Πότε απλό και λιτό και πότε εμπλουτισμένο με ό,τι έχει βγάλει η ανθρώπινη φαντασία. Ειδικά με ό,τι είναι φτιαγμένο από πετσί, καουτσούκ και μέταλλο.

Σήμερα φορούσε ένα καφέ πέτσινο κολλητό παντελόνι κι ένα μπλουζάκι λευκό που της άφηνε την γραμμωμένη κοιλιά της ελεύθερη. Με το μαύρο πέτσινο σακάκι της φάνταζε πιο τρομαχτική ακόμα. Της άρεσε το δέρμα. Της έδινε την αίσθηση ότι είχε συνέχεια επαφή με την σάρκα.

Δεν είναι λίγες στην πόλη που έχουν δει αυτό το κορμί ντυμένο ολόκληρο στο δέρμα με καρφιά και κρίκους να εξέχουν από τα πιο καίρια σημεία. Το θέαμα και μόνο φτάνει για να δημιουργούνται πλημμύρες. Σ' εκείνο το δωματιάκι στο τέλος του διαδρόμου στο γραφείο της που το κρατάει πάντα κλειδωμένο η διακόσμηση είναι μελετημένη έως την τελευταία αλυσιδίτσα την στερεωμένη στο πλάι του κρεβατιού για τα δαχτυλίδια των θηλών ή της κλειτορίδας ή του αφαλού ή όλων αυτών μαζί καθώς και άλλων. Όλα για την ηδονή.

Την ηδονή του πόνου.

Το μυαλό της ντετέκτιβ γύριζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. 'Γιατί κάποιος να πετάξει ένα σώμα ζωντανό σε κεντρικό δρόμο; Δεν έχει και πολλά να κρύψει τότε. Άρα το σώμα πρέπει να ανήκει σε κάποια που με την θέλησή της βρέθηκε σ' αυτήν την κατάσταση. Αν ήταν βεβιασμένα τα πράγματα θα ήταν ένα κρυμμένο πτώμα τώρα. Και πτώμα δεν ήτανε. Θα το είχα μάθει εκ των έσω. Το κορίτσι ζει. Και έμπλεξε άσχημα. Μάλλον χωρίς να το φαντάζεται. Πότε γίνεται αυτό; Όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με κάτι που δεν το περίμενες. Κάτι που δεν το περίμενες καθόλου. Θα πείς τί πιο απλό; Ναι, αλλά να βρεθείς μέσα σε ένα πορτμπαγκάζ δείχνει ότι έχασες τελείως τον έλεγχο. Και βρέθηκες σε ένα βίαιο περιβάλλον χωρίς να περιμένεις ότι θα ήταν βίαιο. Μια επαγγελματική συναλλαγή που ξίνισε; Με φιμώματα και δεσίματα μιλάμε για υπόκοσμο που δεν θα ρισκάριζε να ζήσει η κοπέλα. Μια σχέση; Τραβηγμένο. Ίσως μιας βραδιάς πήδημα με άγνωστο άτομο που μας βγήκε ψυχανώμαλο.'

Στη σκέψη αυτή κοντοστάθηκε και δάγκωσε το κάτω χείλος της. 'Τί ψώνισες κοριτσάκι μου και την πάτησες έτσι;' Μια περίεργη αίσθηση της έδινε η σκέψη της κοπέλας. Ούτε καμιά περιγραφή της προκοπής είχε από τον Χριστίδη παρά μόνο ότι ήταν 'μία κούκλα'.

'Αυτό το πρόσεξε στη μαστούρα του', σκέφτηκε χαμογελώντας. 'Μια ξανθιά κούκλα'. Κάθισε αναστενάζοντας σ' ένα τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο και γύρισε το κεφάλι της στον ήλιο κλείνοντας τα μάτια με ηδονή. Άπλωσε μπροστά της τα μακριά της πόδια και ένοιωσε μία περίεργη γαλήνη να την κυριεύει. Μόλις χτες το βράδυ είχε πάλι εκείνο το όνειρο με μια ξανθούλα.

'Εγώ φταίω που τους έχω αδυναμία;' Της ήταν αδύνατο ν' αντισταθεί στο φυσικό ξανθό. Το βαμμένο της την έδινε αφάνταστα. Ήξερε ότι με το που θα φεύγανε τα ρούχα εκείνο το σημείο που την τρέλαινε όταν ήταν ξανθό θα ήταν μελαχρινό. Και όταν χαμήλωνε το δικό της πάνω στο ξανθό και άρχιζε να το τρίβει δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά της από την υπέροχη αντίθεση. Και οι βαμμένες δεν της δίναν αυτή τη χαρά.

Μελαχρινό με ξανθό να γλιστράνε μουσκεμένα στους υγρούς, καλολαδωμένους ήχους της θείας τριβής... Ένοιωσε το οικείο τσίμπημα και την υγρασία ν' αρχίζει ανάμεσα στα πόδια της και τα έσφιξε μεταξύ τους να τη καταλαγιάσει, φυσικά με αντίθετο αποτέλεσμα. 'Πάντα την κάνω αυτή τη μαλακία', σκέφτηκε ενοχλημένη.

Μια σκέψη της πέρασε απ' το μυαλό κι ανασηκώθηκε απότομα: 'Λες να είναι ΑΥΤΗ μπλεγμένη; Τί πας και σκέφτεσαι ηλίθια. Δεν μπορεί να φταίει αυτή για όλα τα εγκλήματα της Αθήνας. Ναι αλλά είναι το στυλ της. Αλλά δεν της αρέσουν οι ξανθές. Αποκλείεται να είναι αυτή. Δεν της αρέσουν καθόλου οι ξανθές' και μ' αυτή τη σκέψη ξανακάθισε αλλά η ανησυχία παρέμεινε στο πίσω μέρος του μυαλού της.

4

Γυρνούσε απ' τη δουλειά της στην Εμ. Μπενάκη και πήγαινε με τα πόδια σπίτι της. Ο αθηναϊκός ουρανός έλαμπε με ένα από τα ωραιότερα μπλε του αλλά όπως το συνηθίζουν οι κάτοικοι της πόλης τούτης σχεδόν κανένας δεν κοιτούσε προς τα πάνω. Στη καλύτερη περίπτωση νοιώθαν κάπως καλύτερα αλλά το γιατί δεν περνούσε από το μυαλό.

Λες και υπάρχουν πολλές περιοχές στο κόσμο που τον Νοέμβρη ο αέρας είναι ελαφρύς και ο ήλιος αποφασίζει να σπαταλήσει υπέρμετρα το φως του για κάποιο μυστήριο λόγο.

Η Βερενίκη, θύμα γονικού, αστικού παράφρονος ψαξίματος όλων των λεξικών και ιστοριών για εύρεση του ονόματός της, περπατούσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο εκτιμώντας το υπέροχο απόγευμα. Προς την νεαρή κοπέλα γυρίζαν πολλά μάτια, διακριτικά και μη, εκτιμώντας την λυγερή της κίνηση και το όμορφο κεφάλι. Φορούσε ένα στενό τζην και ένα ριχτό άσπρο πουκαμισάκι με ξεκουμπωμένα τα δύο πάνω κουμπιά. Έτσι που το ελαφρύ ροζ παλτό της ανέμιζε ανοιχτό, φαινόταν το σουτιέν λίγο από μέσα. Τα βλέμματα των περαστικών στεκόντουσαν για δευτερόλεπτα στο όμορφο πρόσωπο, κατεβαίναν ενστικτωδώς στο ντεκολτέ, γουρλώναν, ξανανεβαίναν προς τα υπέροχα πράσινα μάτια, αλλά μέχρι ν' αποφασίσουν πού να στηθούν, η Βερενίκη βυθισμένη στις σκέψεις της είχε απομακρυνθεί.

'200€ αύξηση. Κάτι είναι κι αυτό,' σκέφτηκε χαμογελώντας. Όχι τίποτα το σπουδαίο αλλά τουλάχιστον θα μπορούσε να μετακομίσει σε δυάρι. Αυτή η κατάσταση με την γκαρσονιέρα δεν παιζόταν πια.

'Μόνο που θα μου πει να μείνουμε μαζί, αλλά αυτό αποκλείεται.' Η εικόνα της γκόμενάς της της ήρθε στο μυαλό με όλα τα προβλήματα που είχαν τον τελευταίο καιρό. Συνοφρυωμένη σταμάτησε να δει μια βιτρίνα παπουτσιών στην 3η Σεπτεμβρίου.

'Δεν αντέχω άλλο αυτή τη χλιαρότητα. Χλιαρό σεξ, χλιαρά φιλιά, μόνο στους καβγάδες μας ακούει η γειτονιά. Παλιά μας ακούγανε για άλλα.' Στην ανάμνηση της αρχής της σχέσης χαμογέλασε νοσταλγικά. Θυμήθηκε το βλέμμα της γειτόνισσάς της την επόμενη το πρωί στο ασανσέρ μετά από τη πρώτη νύχτα τους με την Μαρία. Της είχε κλείσει το μάτι πονηρά κι εκείνη κοκκίνισε παρακαλώντας να γκρεμοτσακιστεί το ασανσέρ στο ισόγειο.

'Πάν' αυτά,' αναστέναξε. Συνεχίζοντας τον δρόμο της έβγαλε ένα τσιγάρο από το τσαντάκι της. Σπάνια κάπνιζε στο δρόμο αλλά το ήθελε. Ψάχνοντας για αναπτήρα μία φλόγα της εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια της.

Σήκωσε το κεφάλι έκπληκτη και είδε μία γυναίκα. Λεπτή, ξανθιά και αρκετά ψηλότερή της κρατούσε τον αναπτήρα αναμμένο. Τα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα πίσω σε έναν κότσο που της έδιναν μία μυστηριώδη αρχοντιά. 'Σαν υπεραιωνόβιο τέλεια διατηρημένο βαμπίρ.' 'Πώς μούρθε αυτό;' αναρωτήθηκε η Βερενίκη και το πρόσωπό της πήρε μία ροζ απόχρωση.

Έσκυψε το κεφάλι της μπροστά κρατώντας το τσιγάρο στα χείλη της με λίγο τρεμάμενα χέρια και άναψε. "Ευχαριστώ," ψιθύρισε και κοίταξε τα σκούρα μάτια που την κοιτούσανε σχεδόν μισόκλειστα.

"Παρακαλώ, η ευχαρίστησή είναι δικιά μου," απάντησε η άγνωστη με βελούδινη φωνή. Ακολούθησε μία παύση καθώς οι δύο γυναίκες αναμετρήθηκαν. Η Βερενίκη ένοιωσε να την τυλίγει η παρουσία της άλλης σαν πέπλο που απομόνωσε τον θόρυβο της 3ης Σεπτεμβρίου από τ' αυτιά της. Η βελούδινη φωνή ήχησε πάλι και έσπασε τα μάγια.

"Νομίζω μάλιστα πως μπορείτε να μου το ανταποδώσετε, αν θέλετε, με το να μου πείτε πού είναι ο Λαμπρόπουλος. Έχω χρόνια να πάω και δεν θυμάμαι ακριβώς."

"Ναι, ναι βεβαίως. Είναι πίσω μας." Γυρίζοντας να της δείξει τα μάτια της έπεσαν πάλι στα σκούρα καστανά, σχεδόν μαύρα μάτια της άγνωστης, η οποία τώρα την κοίταζε έντονα. Το χέρι της έμεινε στον αέρα δείχνοντας αόριστα κάπου προς το κέντρο. 'Λες νάναι αυτό που νομίζω;' σκέφτηκε και η καρδιά της χτύπησε άρρυθμα.

"Βλέπετε την πλατεία;" είπε με μισή φωνούλα.

"Προτιμώ να βλέπω εσένα," είπε σε ένα τόνο η άγνωστη. Η Βερενίκη πάγωσε και έκανε ένα βήμα πίσω. Η ψηλή ξανθιά χαμογέλασε και χωρίς ν' αλλάξει τόνο συνέχισε: "Μάλιστα θα έλεγα γιατί δεν πάμε να πιούμε κάτι; Νοιώθω ότι πρέπει να γνωριστούμε," πρόσθεσε χαμογελώντας.

Η Βερενίκη κοκκίνησε αλλά έγνεψε δειλά και το χαμόγελο της άγνωστης απλώθηκε στο πρόσωπό της. 'Με τραβάει σαν μαγνήτης,' είπε ανήσυχη από μέσα της.

"Με λένε Κυβέλη," είπε και έδωσε το χέρι της.

"Βερενίκη," ψιθύρισε και έπιασε το προτεινόμενο χέρι. Η χειραψία κράτησε λίγο περισσότερο από τα επιτρεπτά όρια.

"Πάμε από δω," είπε η ψηλή γυναίκα λίγο έντονα και με ένα ελαφρό σπρώξιμο στη λεπτή μέση της μικρής την οδήγησε σε ένα στενό. Προχώρησαν για λίγο και σταμάτησαν μπροστά σε ένα νεοκλασσικό.

"Θάλεγα ότι τέτοια ώρα μόνο σπίτι μου θα βρούμε ικανοποιητική ποικιλία ποτών," είπε η Κυβέλη με αυτοπεποίθηση και άνοιξε την εξωτερική πόρτα. Γνέφοντας ενθαρρυντικά έσπρωξε απαλά την Βερενίκη μέσα. "Ένας όροφος είναι," είπε και μπήκε μπροστά.

Σαν υπνωτισμένη η μικρή ακολούθησε. Η ματιά της κόλλησε στους λικνιζόμενους γοφούς μπροστά της και ήταν αδύνατον να ξεκολλήσει. Η φιγούρα μπροστά της φορούσε μία κομψή μακρυά μπεζ καμπαρντίνα που άφηνε να φαίνονται μόνο δύο τέλεια λουστραρισμένες μαύρες μπότες ιππασίας. Σχεδόν έπεσε πάνω στην ψηλή ξανθιά όταν η άλλη σταμάτησε απότομα. "Φτάσαμε", είπε χαμογελώντας. Μπαίνοντας μέσα της πήρε την τσάντα και πήγε από πίσω της.

"Δώσε μου και το παλτό σου," της ψιθύρισε στο αυτί. Ανατριχιάζοντας η Βερενίκη ανασήκωσε τους ώμους της και το παλτό γλίστρησε. Η Κυβέλη το κρέμασε και έβγαλε την καμπαρντίνα της. Φορούσε ένα έξωμο μεταξωτό κολλητό και γκρι παντελόνι ιππασίας. Βλέποντας που είχαν σταθεί τα μάτια της Βερενίκης της ανασήκωσε απαλά το πηγούνι και χαμογέλασε: "Ώρες ώρες αισθάνομαι την ανάγκη καβαλήσω κάτι και να φύγω μακρυά," είπε, γέλασε δυνατά και την πήρε από το χέρι.

Την οδήγησε στο σαλόνι όπου τα μάτια της νεαρής κοπέλας άνοιξαν έκθαμβα από τις αντίκες.

"Κληρονόμησα του κόσμου τα σκουπίδια από την γιαγιά μου", είπε χαμογελώντας η Κυβέλη. "Κάτσε όπου θέλεις." Η Βερενίκη έκατσε δειλά στην άκρη ενός τεράστιου βελούδινου καναπέ στην απόχρωση του αγουρόλαδου.

"Είναι υπέροχα πράγματα", αναφώνησε κοιτώντας γύρω της. "Μπορεί, αλλά ζω σε μαυσωλείο. Τί να σου βάλω;" είπε και τη κοίταξε κατάματα. Για κάποιο λόγο η νεαρή κοπέλα κοκκίνισε.

"Έχεις κρασί;" ρώτησε γλιστρώντας κι εκείνη στον ενικό. "Λευκό;". Η Βερενίκη έγνεψε καταφατικά.

Η κυρία του σπιτιού εξαφανίστηκε για μια στιγμή κάπου μέσα και γύρισε κρατώντας έναν οινοψυκτήρα με ένα μπουκάλι μέσα και δύο κολονάτα ποτήρια. Τα μαλλιά της δεν ήταν πια πιασμένα σε κότσο. Ένας ξανθός χείμαρρος έπεφτε στους ώμους της. Τα μάτια της Βερενίκης γλίστρησαν κι αυτά στους ώμους με τον ξανθό χείμαρρο. Ξεροκατάπιε και μετά κοίταξε το παγωμένο μπουκάλι. 'Έτοιμα τα είχε;' αναρωτήθηκε με κάποια ανησυχία η καλεσμένη.

Δίνοντας της το ποτήρι, σήκωσε το δικό της και είπε: "Στα ομορφότερα πράσινα μάτια της Αθήνας." Η μικρή ξανακοκκίνισε, κάτι που, σκέφτηκε, ότι θα της συνέβαινε συχνά σήμερα. Ήπιε μια γουλιά και κάθισε λίγο πιο άνετα.

Στα ομορφότερα πράσινα μάτια της Αθήνας.

Η Κυβέλη κάθισε δίπλα της και την κοίταξε με εξεταστικό μάτι από πάνω ως κάτω. "Σε παρακαλώ," ψιθύρισε η μικρή, "γιατί με κοιτάς έτσι;" "Προσπαθώ να μαντέψω τί κρύβεται κάτω από τα ρούχα," ψιθύρισε εξίσου η ψηλή ύπαρξη.

Και μ' αυτά τα λόγια έγειρε μπροστά και πλησίασε το πρόσωπό της στον αλαβάστρινο λαιμό της κοπέλας. Εκείνη αφέθηκε κι ένοιωσε το ποτήρι να γλιστράει απ' τα χέρια της. Η ζεστή ανάσα της την χάιδεψε και ένοιωσε ένα χέρι να ανεβαίνει την κοιλιά της και με το ένα δάχτυλο να ζωγραφίζει κύκλο γύρω από τη βάση του σουτιέν της. Ζεστά και απαλά χείλη ανεβοκατέβαιναν στο μήκος της αρτηρίας του λαιμού της. Ξαφνικά σταμάτησαν και σηκώνοντας απότομα το κεφάλι η Κυβέλη της είπε: "Έλα μαζί μου."

Η συνέχεια στο επόμενο σε ένα μήνα με περαιτέρω κλιμάκωση του μυστηρίου όπως και των ηρωίδων

Μέρος Τρίτο

back to writers home