

Μπράβο στην Μαρία Cyber για το μπλουζάκι
Μήπως ζήσαμε το δικό μας Stonewall, όπως παρατήρησε η Μαρία Cyber; Και αν ναι, είναι δυνατόν να πέρασε στα ψιλά;

Ποιά είναι αυτή η μοναδική ικανότητα των Βαλκανίων να υπερπηδάει το τρομακτικό σαν κοριτσάκι που παίζει λάστιχο στο διάλειμμα και να σπαταλιέται με μένος στην βλακεία και την ασυναρτησία που προκαλεί ο τρομερός φόβος για την εξουσία των αγροφυλάκων;

Υπάρχει σκαρπέλο που να μπορεί να τραβήξει έστω και μια γρατζουνιά στον εξωγήινο μονόλιθο που είναι φτιαγμένη τούτη η χερσόνησος;

Αυτό είναι το θέμα μας σήμερα.

Όταν μπήκε η αστυνομία στο Spices Club και συνέλαβε ό,τι βρήκε, αρχίσαμε κι εμείς γρήγορα πηδηματάκια προς τα πίσω πάνω στην χρονογραμμή και είπαμε γεια στην Βασίλισσα Βικτωρία πίσω από την οποία αυτή τη στιγμή περπατάμε κάνοντας τεμενάδες κάθε τρις και λίγο στις κακοτράχαλες πλαγιές όπου βόσκουν τα ελληνικά γίδια και πρόβατα και της δείχνουμε τις στάνες μας με περηφάνεια και εκπληρωμένη νοσταλγία, ντυμένοι αγροφύλακες.

Αν δεν είχε κρεμαστεί ένας άνθρωπος, ίσως να είχαμε κάποιο δίκιο αν το όλο θέμα παρέμενε στους κύκλους μας και το συζητούσαμε μεταξύ βότκας, φούντας και κασέτες Ab Fab με αηδία μεν, αλλά άνετα, όπως κατηγορούμε τα πάντα με πνεύμα, χαιρόμενοι το στάτους μας ως η κρυφή κοινωνική ιντελλιγκέντσια τούτης της χώρας που γεννήθηκε για να κρίνει τα πάντα χωρίς να την ακούει κανείς.

Ας συζητήσουμε, όμως, το γιατί κρεμάστηκε ένας άνθρωπος σε αστυνομικό κελλί, μετά την σύλληψή του σε gay club από έφοδο της αστυνομίας. Υπάρχουν κάμποσα σενάρια, εάν βγάλουμε από την μέση την πιθανότητα για εγκληματική σωματική κακοποίηση από την αστυνομία, την οποία δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι
. Από αυτά τα σενάρια θα διαλέξουμε τρία που να καλύπτουν το γιατί είναι τόσο πιθανό ένας οποιοσδήποτε ομοφυλόφιλος να κρεμαστεί σε ένα αστυνομικό κελλί στην Ελλάδα.
Σιχαίνομαι την ζωή μου. Έχοντας ζήσει την ζωή μου ως ελεύθερος άνθρωπος, ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι με συνέλαβαν οι ορθόδοξοι αγιατολλάχ οι οποίοι τραβήξανε το ροζ πέπλο από τα μάτια μου και είδα την χώρα τούτη γυμνωμένη από το βερνίκι της Δύσης, όπως πραγματικά είναι: ένας βόρβορος μικροαστισμού και 'αγροτισμού', βρώμικων εσώρουχων, νοοτροπίας λήσταρχου και κλεφτοκοτά, βραχυπρόθεσμης σκέψης, ιδεολογικής ένδειας, βολέματος, και πάνω απ' όλα, φόβου και τρόμου για ό,τι μπορεί να κλονίσει όλα τα ανωτέρω.

Έχετε παρατηρήσει ότι η μόνη φορά που το χαμόγελο στα χείλη τούτης της χώρας είναι αυθεντικό και γλυκό και προσηνές και καλοπροαίρετο είναι όταν βαράνε τα νταούλια και τα κλαρίνα, τ' αρνιά σφαγμένα ψήνονται πάνω στα χορτάρια και όλα είναι όπως πρέπει να είναι, δηλαδή όταν το ρολόι χτυπάει μεσαίωνα και τα φράγκικα ρούχα και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα λίγο πιο κάτω είναι η μόνη υποχώρηση που έχει γίνει από την υπερήφανη ύπαιθρο στους 'άλλους, τους ξενέρωτους';

Οπότε λες ή δεν λες ένα τεράστιο ΑΕΙ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ και ξεμπερδεύεις.
Η τραγωδία της ελληνικής οικογένεια. Outing και κράξιμο μπροστά σ' αυτούς που έχει σημασία να μη μάθουν. Η σκέψη και μόνο της θλιμμένης ματιάς της μαμάς και του μπαμπά για την αποτυχία τους, η σκια τους που με κυνηγάει μέχρι τον τάφο γιατί η πίκρα τους μου είναι αφόρητη. Τόσο που να πεθάνω.

Πώς στην ευχή λύνεται αυτός ο γόρδιος δεσμός; Υπάρχει ελπίδα κάποτε να μην είναι η πρωινή από την βραδυνή μου ζωή μια σκέτη σχιζοφρενική διαφοροποίηση; Είναι ένα βασικό ερώτημα.

Αλλά το πιο βασικό ερώτημα δεν είναι αυτό. Είναι το γιατί άφησα να με κατατρέχει η σκια δύο ανθρώπων σε τέτοια απίστευτη εθνική και πανελλήνια έκταση; Πώς τα κατάφερα και ο μισός εαυτός μου τους καταλαβαίνει, ενώ θα έπρεπε να μου είναι παντελώς ακατανόητη η στάση τους;

Θα έπρεπε απλώς να χαμογελάω συγκαταβατικά με τις ανοησίες τους και το μπερδεμένο σύστημα ηθικής που μου παρουσιάζουν, να πονάω μεν για την στενοχώρια τους και, ίσως, την απόρριψή τους, αλλά να μου είναι τόσο ξένα αυτά που μου λένε, που φτιάχνω την ζωή μου ούτως ή άλλως με τα δικά μου δεδομένα. Γιατί δεν είναι έτσι;

α) Εξαρτιέμαι οικονομικά, γιατί όπως ξέρουμε όλοι, όσοι δεν εργάζονται στο δημόσιο, εργάζονται σε ποσοστό ίσως και πάνω από 50% σε οικογενειακή επιχείρηση. Οπότε μένω άνεργος σε μία χώρα που δεν έχει να σου προσφέρει τίποτε παρά κάποια οικοπεδάκια και δυαράκια σαν κληρονομιά κι αυτά με τεράστιους φόρους.

Το φάσμα της ανεργίας με σπρώχνει σε αδιέξοδο. Με σπρώχνει να ακούω τις βλακείες των γονιών με την ίδια παγωμάρα, φόβο και απελπισία που ακούω τις βλακείες του αφεντικού μου, συμφωνώντας με τον παραλογισμό, γιατί έτσι μόνο πληρώνονται το νοίκι και οι λογαριασμοί. Κατανοητό.

Ζούμε σε μία κοινωνία που ετεροαπασχολούμαστε, σχεδόν κανένας δεν κάνει αυτό που θέλει και σχεδόν κανένας δεν θέλει αυτό που κάνει. Και σχεδόν κανένας δεν βγάζει όσα πρέπει για να ζήσει μόνος του. Η οικονομική ανασφάλεια οδηγεί στο απονενοημένο.

β) Ναι μεν το α) αλλά έχει κι άλλα μέσα του. Έχει το σκηνικό της ελληνικής οικογένειας. Μάνα που μου μαγειρεύει το καλύτερό μου φαί και πατέρα που δεν μου μιλάει ποτέ αλλά ξέρω ότι κατά βάθος με αγαπάει (όχι δεν είναι Καρκαβίτσας-είναι το τώρα).

Η μιζέρια της ζωής τους, η άθλια μεταξύ τους σχέση, η προσπάθεια να επιβιώσουν στα 50ς και τα 60ς, η ανικανότητά τους να εκφράσουν λεκτικά τα συναισθήματά τους για τα βιώματά τους, όλα αυτά είναι δικά μου. Πώς τα κατάφερα έτσι; Αυτοί μπορεί να μου πέρασαν ότι τα έκαναν όλα για μένα, αλλά είναι αλήθεια;

Υπάρχω εγώ όταν απειλείται ολόκληρο το οικοδόμημα της νοοτροπίας τους; Πιστεύω πως όχι, δεν υπάρχω. Και τί θα κάνω όταν δεν υπάρχω γι' αυτούς; Τότε δεν θα υπάρχω για κανέναν. Μου περνάει απ' το μυαλό ότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρχω γι' αυτούς παρά για μένα; Η ελληνική ύπαιθρος είναι δίπλα μου πάντα με ένα ρόπαλο στο χέρι να μου το βαράει στο κεφάλι κάθε φορά που κάνω τέτοιες σκέψεις.

Έχω βέβαια παροχές. Ένα αυτοκίνητο, δουλειά, χαρτζιλίκι να βγαίνω να κάνω την ζωή μου τα βράδυα και φαί. Πάντα φαί...Η ψύχωση του υπήκοου της αυτοκρατορίας των παραισθήσεων.

Ο θάνατος όμως είναι πάντα μέσα στο μυαλό μου. Δεν μπορώ να βρω που τέμνονται επιτέλους τα κλαρίνα και η ευχή της μάνας με τα gay clubs.
Το πιο πιθανό. Ένας συνδυασμός, ίσως, των ανωτέρω, μαζί με μία απελπισία που δεν μπορούμε να διανοηθούμε, παρά μόνο αν κάτσουμε μόνοι μας και προσπαθήσουμε να μπούμε σ' εκείνο το κελλί. Ίσως ένας μπάτσος να φωνάζει μές στ' αυτί μου τί θα πάθω όταν θα το μάθουν όλοι. Μπορεί κανείς να συλλάβει την τραγωδία σε όλη της την έκταση, άραγε;

Τέρμα τα σενάρια. Πάμε παραπέρα
Όχι. Ή το ένα θα έχεις ή το άλλο. Η προοπτική του να πας στην ελληνική ύπαιθρο, όπου οι gays του χωριού σε υποδέχονται στο καφενείο 'Η ροζ Ελλάς' και την επομένη σφάζονται και ψήνονται αρνιά μέσα στα χορτάρια και φιλιούνται τα κοριτσάκια μεταξύ τους και τα αγοράκια μεταξύ τους, με την μητέρα και τον πατέρα να πίνουν σπιτικό κοκκινέλι στην υγειά σου, είναι ένα σενάριο αρχειοθετημένο μαζί με τα σενάρια δωρεάν κοινωνικής πρόνοιας, περίθαλψης, εξαιρετικής παιδείας όλων των βαθμίδων για όλους τους πολίτες και κατάργησης του στρατού. Τα οποία είναι σαφώς πιο εφικτά από το ανωτέρω γκέι-λιμπ σενάριο.
Κάναμε το καθήκον μας στα 80ς στο Λονδίνο της Θάτσερ και στα 90ς απολαύσαμε τους καρπούς των προσπαθειών μας με το lesbian chic, τα sex toys και δεν συμμαζεύεται, το ειρηνικό και χωρίς επιπτώσεις coming out στον εργασιακό χώρο.
Τώρα στην Αθήνα του 2003, φτου κι απ' την αρχή; Κι από μια αρχή που δεν αρχίζει καν από τα 60ς παρά από το 1821; Ποιος έχει κουράγιο να αντιμετωπίσει τέτοιο γολγοθά; Άντε πάλι rainbow flags, συνθήματα, φυλλάδια, gay liberation για να φτάσουμε επιτέλους στο Gay Pride και να στείλουμε την ντροπή από κει πούρθε, στην απροσπέλαστη ελληνική ύπαιθρο;
Και πότε επιτέλους προτείνετε ν' ασχοληθούμε με το επόμενο βήμα, όπως, π.χ., να βρούμε άκρη στο χάλι των σχέσεών μας για το δικαίωμα των οποίων παλέψαμε μια ζωή;
Να πάει στον αγύριστο και η ελληνική φέτα και η κατοχυρωμένη ονομασία προέλευσής της και η ίδια της η προέλευση και όλα τα πρόβατα και γίδια της υπαίθρου μας και μαζί και η τρομακτική ελληνική ύπαιθρος, εάν αυτό είναι το μόνο που έχω να παρουσιάσω σαν χώρα μαζί με εισβολές σε γκέι μπαρ, συλλήψεις και αυτοκτονίες σε αστυνομικά κελλιά.
Και για να καταλάβετε σε όλη του την έκταση το μαύρο χάλι του τόπου, η ανωτέρω ρήση είναι ικανή να θεωρηθεί και εθνική προδοσία...
α. Τα πράγματα καλώς έχουν όπως έχουν διότι εγώ μια χαρά είμαι και δεν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα πουθενά. (συνήθως αυτή είναι η άποψη των καλλιτεχνικών κύκλων - παρακαλώ τους εργαζόμενους στο δημόσιο, στον ιδιωτικό τομέα, σε τράπεζες, στο χρηματιστήριο, σε μαγαζιά, σε αποθήκες, στα λιμάνια, στην αστυνομία, στους δήμους, στα χωράφια, στα εργοστάσια, στην παιδεία, να πιστοποιήσουν ότι τα πράματα είναι όντως πρίμα και στον χώρο τους )
β. Έχει όμως την γλύκα του το να ζεις στην παρανομία. (απαξιώ)
γ. Το γκέι κίνημα είναι ξεπερασμένο. Σήμερα δεν χρειάζεται. (Είναι σαφώς ξεπερασμένο. Εκεί όμως που υπήρξε και άλλαξε την κοινωνική δομή. Εδώ η κοινωνική δομή χρειάζεται το ηφαίστειο της Σαντορίνης. Είπαμε, μονόλιθος)
δ. Μα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Αφού έτσι είναι. (Ωραίες και οι σπηλιές με τα ζωγραφισμένα, παλαιολιθικά ελάφια. Πώς βγήκαμε από κει μέσα με τέτοια μυαλά;)
Οι ομοφυλόφιλοι είναι παγκοσμίως περίπου το 10-15% του πληθυσμού. Άρα υπάρχουν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο σε τούτη τη χώρα. Βγάλε τους ανήλικους και τους απόλυτα κρυφούς, μένουν 6,000. Πώς το έβγαλα αυτό το νούμερο; Είμαι αθεράπευτα αισιόδοξη. 6,000 υπογραφές και 6,000 emails φτάνουν για να πάνε στο υπουργείο δικαιοσύνης και να έχουν κάποια επίπτωση.
Επίσης, γύρες στα γκέι κλαμπς με τα μπλουζάκια της Μαρίας Cyber, για τα οποία την συγχαίρω, συλλογή υπογραφών και μοίρασμα φυλλάδιων διαμαρτυρίας.
Κατοχύρωση, ίσως, της ημερομηνίας εισβολής σαν ημέρα έκφρασης, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ενός ελληνικού Gay Pride.
Αυτά προς το παρόν. Για να μη περνάνε όλα στο ντούκου.
Και δεν είναι ανάγκη να συμφωνούμε σε τίποτ' άλλο, που ούτως ή άλλως μάλλον δεν συμφωνούμε
.