sitemaphome

Η ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΧΑΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙ

vivian darkbloom

μετάφραση Antiaesthetica

Πρωταπριλιά, 2002.

Midtown Manhattan.

Απογευματάκι



Οι χειροπέδες την έσφιγγαν. Όχι μ'εκείνο το ευχάριστο σφίξιμο, εκείνο το τσιμπιματάκι, ή έστω το δυνατό χούφτωμα από αυτά που ανεβάζουν τους παλμούς, τον πόθο και την υπόσχεση ότι θα τελειώσεις. Όχι, τούτο το σφίξιμο ήταν μόνο σκέτη κακία, τιμωρία και ταπείνωση.

Πούναι η αγάπη άραγε; σκέφτηκε η Κλαιρ.

Καλά να πάθω που άφησα αυτό το βόδι με τη στολή να με πιάσει μες στη μέση του δρόμου! Τέλος πάντων, μες στην εκκλησία, για την ακρίβεια. Και μ' έπιασε για τα καλά, το γουρούνι. Προφανώς ήθελε να τον παρακαλέσω. Χα, δεν τόξερε όμως ότι εγώ δεν πέφτω στα πόδια όποιου κι όποιου! Αλλά δεν μπορούσα νακάνω κι αλλιώς, ωραίε μαλάκα!

Σήκωσε τα δεμένα χέρια της. "Πονάει," ανακοίνωσε σε βουλωμέν' αυτιά και μετά άρχισε να καμτσικίζει τον αέρα με τα χέρια της όσο πιο δυνατά μπορούσε, με την ελπίδα ότι η μικροσκοπική αυτή παράσταση, που της έδωσε αμέσως τον τίτλο "Βουκέντρισμα και Θάνατος του Κύκνου που Ζητάει Έλεος", παρ' όλο που δεν ήταν και πολύ σίγουρη τί σημαίνει "βουκέντρισμα", θα συγκινούσε τον στωικό της δεσμοφύλακα.

"Σκάσε", είπε ο μπάτσος.

"Δεν είναι τρόπος αυτός που μου μιλάτε, Αστυφύλακα Καράμπατσε."

Η απάντηση του αστυνόμου ήταν να διπλώσει τα εύρρωστα μπράτσα του στο στήθος του. Την είχε διορθώσει τρεις φορές για την κακοποίηση του ονόματός του και, όπως όλοι οι κλασικοί άντρες πίστευε ακράδαντα στο 'με την τρίτη, έξω' όσον αφορά στη βλακεία του να ενοχλείς τον κόσμο, ειδικά οι γυναίκες. Ή θα της τραβούσε καμία ή θα την αγνοούσε. Καθώς ήταν σε δημόσιο χώρο, και μάλιστα στη γωνία μιας Επισκοπικής εκκλησίας γεμάτη κόσμο, απέκλεισε την πρώτη λύση και μπαφιασμένος υιοθέτησε την δεύτερη. Και όμως, το είχε πιστέψει ότι θα μπορούσε άνετα να την αγνοήσει όσο θα χρειαζόταν. Είχε εκπαιδευτεί να τα βγάζει πέρα με δυσάρεστα υποκείμενα. Ούτως ή άλλως έτρωγε σκατά απ' όλων των ειδών τους αλήτες: ναρκομανείς, πουτάνες, βίαιους εγκληματίες. Σιγά μη δεν τάβγαζε πέρα με μία υστερική, κοντή, λευκή γυναίκα. Αυτά τα μάσαγε σαν τοστ, καπνιστό, τυρί, μανιτάρια, τυροσαλάτα.

Παρ' όλ' αυτά, μόρφασε όταν άνοιξε το στόμα της.

"Ξέρουν ότι είμαι ακόμα εδώ ;" ρώτησε η Κλαιρ μελαγχολικά.

Τόχε ήδη ρωτήσει αυτό πέντε φορές. Κούνησε το κεφάλι του αποκαμωμένος.

"Και μιλήσατε με - "

Ο Αστυφύλακας Κουλόμπατσος την διέκοψε. "Κυρία μου, σας παρακαλώ."

Η Κλαιρ, διατηρώντας την συνήθη ηρεμία της, ένοιωσε προσβεβλημένη που την διέκοψε. "Αστυφύλαξ Κρυπτόμπατσε, είστε πολύ ωραίος άντρας, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά φέρεστε αισχρά στα κορίτσια. Οι καρποί μου πονάνε και κάθομαι εδώ και μισή ώρα μέσα στο βρωμερό περιπολικό σας. Δεν σας λένε να τα πλένετε ποτέ, για όνομα του Θεού; Πρέπει εγώ να υφίσταμαι τώρα τις μυρωδιές από το χθεσινό σας τοστ;

"Κυρία μου-"

"Και γιατί με λέτε 'Κυρία μου'; Είμαι μόλις 31 ετών. Αν το όριο για να λέτε μια γυναίκα 'Κυρία' είναι τα 30, τότε μάλιστα, αλλά φαίνομαι για 31; Δεν έχω παιδιά. Δεν έχω ζώα. Τίποτα δεν σε γερνάει όσο οι ευθύνες - εσεις θα έπρεπε να το ξέρετε αυτό πρώτο χέρι."

Το πρόσωπο του αστυνομικού σούφρωσε σε αμυντική στάση. "Τί εννοείτε μ' αυτό;"

"Τίποτα Αστυφύλαξ. Απλώς - εμ-"

"Τί;"

Η Κλαιρ σήκωσε τους μικροσκοπικούς αλυσοδεμένους καρπούς της και τον χτύπησε φιλικά στην βαθιά κυανή του στολή με τα δύο χέρια, σαν να χρειαζόταν διπλή δόση κατανόησης για την ασήμαντη ζωή του. "Εσείς είστε κάτω από 45, έτσι δεν είναι;"

Ήταν 35 και είχε τρία παιδιά. Πριν λίγο καιρό βρήκε ένα φυλλάδιο για την "ανδρική εμμηνόπαυση" στο ντουλάπι του στο τμήμα. Στο εξώφυλλο είχε έναν άντρα με αρχή τριχόπτωσης και ένα καρώ μάλλινο πουκάμισο μπροστά σ' ένα τζιπ και ένα νήπιο με μια μπάλλα στα πόδια του. Βάλε την οργισμένη σύζυγο και τις φαρμακευτικές συνταγές και η αντανάκλαση της εικόνα του ήταν πλήρης.

"Τα παιδιά σάς έκαναν έτσι, Αστυφύλαξ Καρομπάτσε. Αλλά πείτε μου σας παρακαλώ. Εγώ, πόσο χρονών φαίνομαι; Πιο κάτω από 31, έτσι δεν είναι;" Οι ξανθές της βλεφαρίδες, ορμώμενες από μία κάλπικη νιότη, ανοιγόκλεισαν, τα σαρκώδη χείλη της πιέστηκαν για να διαγράψουν ένα κοριτσίστικο χαμόγελο και, ως κορωνίδα αυτή της συρραφής θεατρικών σκηνών (την οποία επονόμασε στα γρήγορα "Είμαι πιο μικρή από τα Σόδομα και τα Γόμορρα") - ανέμισε τα κοντά, ακατάστατα ξανθά μαλλιά της για το φινάλε.

Δεν βρήκε το κουράγιο να της πει ότι έμοιαζε με τριαντάρα που προσπαθούσε να περάσει για εικοσάρα.

"Όχι, πείτε μου ότι μοιάζω πραγματικά με 'Κυρία'. Όχι, πείτε το αν τολμάτε."

Έσφιξε τα δόντια του τόσο δυνατά που πόνεσαν. "Κυρία μου-"

"Με τη τρίτη έξω," αναφώνησε η Κλαιρ.

"Σκάσε," ούρλιαξε. "Είσαι το πιο αναθεματισμένο εκνευριστικό θηλυκό που έχω δει ποτέ! Είσαι και παλιολεσβία, έτσι δεν είναι;"

"Ποιος σου τόπε αυτό;" Ο Αστυφύλαξ Κοκαϊνόμπατσος ήταν παρών μόνο στο τέλος του επεισοδίου και είχε φτάσει ακριβώς την στιγμή που η Κλαιρ είχε ακινητοποιηθεί από τρεις μπάτσους ενώ τις περνούσαν χειροπέδες άλλοι δύο έξαλλοι μπάτσοι.

"Μη μου κάνεις την έξυπνη, κυρά μου. Δεν μου φαίνεται απίθανο που είσαι λεσβία. Ποιος άντρας θα σε ανεχόταν; Εδώ δεν ξέρω ποια γυναίκα θα σε ανεχόταν!"

Η Κλαιρ αναστέναξε. "Αυτό ήταν πάντα πρόβλημα, το παραδέχομαι. Έχουν περάσει τόσες πολλές απ' την ζωή μου, σε τόσο λίγο χρόνο, ψάχνοντας να βρω την τέλεια. Αν έχω απογοητευτεί; Κάποιες φορές ναι. Κάτσε να δεις." Άρχισε να μετράει γκόμενες στα δάχτυλα του αριστερού χεριού. "Τρέισυ, Άλισον, Πώλα, Κριστίν, Ντέινα-"

"Την γυναίκα μου την λένε έτσι," τούφυγε.

Η Κλαιρ χαμογέλασε. "Ναι;" γουργούρισε. "Δίδασκε μαθηματικά στο Στώυβεσαντ;"

Όντως. Ο Αστυφύλαξ Κρυόμπατσος εξερράγη. "Τί στο διάολο σου συμβαίνει πια; Γιατί δεν μπορείς να βγάλεις τον σκασμό; Κάνεις την θέση σου χειρότερη. Εγώ δεν σου φταίω σε τίποτα. Την σκατοδουλειά μου κάνω." Ανεμίζοντας τα χέρια του απηυδισμένος, το πίσω μέρος της παλάμης του ακούμπησε κάτι μαλακό, σαρκώδες και σφιχτό." Ήταν μια μύτη κολλημένη σε μία ψηλή, πανέμορφη γυναίκα με μαύρα μαλλιά, ντυμένη με νυφικό που κρατούσε ένα ποτήρι σαμπάνια.

"Άι", είπε η γυναίκα άχρωμα. Δεν είχε πονέσει καθόλου, αλλά ένοιωσε ότι η κατάσταση απαιτούσε κάποιο σχόλιο.

"Ωχ. Συγγνώμη, Δεσποινίς-εννοώ, Κυρία - "

"Καλά, καλά, λέγε με Ρουθ." Τσούγκρισε το ποτήρι της στο γείσο του πηλικίου του.

"Δεσποινίς-ε, Ρουθ, δεν μπορείτε να πίνετε αλκοόλ σε δημόσιο χώρο."

"Μα τι εκνευριστικός νόμος, Αστυφύλαξ," είπε η Ρουθ. "Ισχύει και όταν κάποιος κάθεται σε καφετέρια με τραπεζάκια έξω; Σε δημόσιο χώρο δεν κάθεται τότε; Πού τελειώνει ο χώρος της καφετέριας και που αρχίζει το πεζοδρόμιο;"

Ξαφνικά όλα βγάλαν νόημα. Όλα μπήκαν στην περίεργη θέση τους και η τετράγωνη βίδα ευτυχισμένη και άνετη χώρεσε στην στρογγυλή τρύπα. Αν υπήρχε ένας άνθρωπος που να ταιριάζει στην απαρηγόρητη τρελλή που καθόταν μέσα στο περιπολικό του - που αυτή τη στιγμή κοίταζε την βαριεστημένη νύφη με ειδωλολατρική λαγνεία - ήταν αυτή η γυναίκα, η Ρουθ. Γιατί μπήκε στον κόπο να παντρευτεί κάποιον άλλο, αυτό δεν το καταλάβαινε, ούτε ήθελε να το καταλάβει.

"Λοιπόν;" επέμενε η Ρουθ

Προσπάθησε να παρακάμψει την ψυχοπάθεια. "Θα κάνετε εσείς ή οι γονείς σας μήνυση;"

"Δεν ξέρω." Σήκωσε τους ώμους της απλά.

"Για καθήστε ένα λεπτό. Δεν μπορώ να φάω όλη μου την μέρα εδώ πέρα! Πρέπει ν' αποφασίσετε αν θα κάνετε μήνυση ή την αφήνω να φύγει. Κάποιος πρέπει να πάρει την απόφαση, δεσποινίς μου."

Η Κλαιρ, που για λίγο είχε μείνει άφωνη με το εκπληκτικό θέαμα της Ρουθ με λευκό, χαριτωμένο ντεκολτέ, ανοιγόκλεισε τα μάτια της από το σοκ της πραγματικότητας που ακόμα μια φορά την χαστούκιζε με το γάντι της. "Αστυφύλαξ Καριόμπατσε, κάτι μου βρωμάει εδώ. Άλλα μέτρα κι άλλα σταθμά έχετε! Γιατί αυτήν την λέτε 'Δεσποινίδα' κι εμένα 'Κυρία'; Για όνομα του Θεού είναι πιο μεγάλη από μένα!"

Η νύφη επιτέλους γύρισε την προσοχή της στην δυσαρεστημένη ύπαρξη. "Σουτ!" φώναξε η Ρουθ σκανδαλισμένη.

Η Κλαιρ κρέμασε το κεφάλι της, πληγωμένη που η πρώτη λέξη που της απηύθυνε η Ρουθ μέσα σε όλη αυτή την κωλοκατάσταση δεν ήταν καν δόκιμη. Η Ρουθ όμως ήταν έτοιμη να φτιάξει τα πράματα. Έστρεψε την προσοχή της στον μπάτσο. "Αστυφύλαξ Καρυδόμπατσε, μπορώ να έχω λίγα λεπτά με την φίλη μου; Θα μπορέσω τουλάχιστον να πιω την σαμπάνια μου σε μέρος μη δημόσιο. Θα μ' αφήσετε;" Τούσφιξε το μπράτσο. Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε αυτό το σφίξιμο γύρω από ένα άλλο μέλος πιο πριβέ και ενέδωσε στην φαντασίωση των πέντε δευτερολέπτων, αναστέναξε, κάπνισε ένα υποθετικό τσιγάρο και έγνεψε ναι.

Η Ρουθ έσκυψε στην ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου. "Πήγαινε πιο κει."

Η Κλαιρ τραβήχτηκε αδέξια πιο κει . Κούρνιασε στην πόρτα καθώς η Ρουθ σωριάστηκε στο κάθισμα και με άνετο, αν και επιτηδευμένο συμβολισμό, έκλεισε δυνατά την πόρτα πάνω στην ουρά του νυφικού της. Ο Αστυφύλακας Κρεμόμπατσος, φαντασιώνοντας αίτηση διαζυγίου και ρομαντικό ραντεβού με την χαριτωμένη κοκκινομάλλα στο τηλεφωνικό κέντρο δεν πρόσεξε τίποτ' απ' όλ' αυτά.

Τώρα, ερμητικά κλεισμένη στο αυτοκίνητο όχι μόνο με την Ρουθ αλλά και με το άρωμα του τοστ, η Κλαιρ, όπως και ο φαντασιόπληκτος αστυνομικός, ξεκόπηκε από την πραγματικότητα. Η Ρουθ πάντα της τόκανε αυτό, ειδικά τώρα, που ήταν και οι δύο παγιδευμένες στο κλειστοφοβικό πίσω κάθισμα (με το εφφέ να γίνεται πιο έντονο από τις τρομερές σιδερένιες μπάρες που τις περιέβαλε σαν κουκούλι). Η απομόνωση αυτή απλώς απέσταξε την δύναμη που ξεχείλιζε απ' την Ρουθ - ομορφιά, αισθησιασμός, μυαλό και άσπιλη, αχαλίνωτη ψυχοπάθεια.

Η Ρουθ στριμώχτηκε κοντά της. Ένα στήθος ντυμένο σε παρθενικό λευκό χάιδεψε το μπράτσο της Κλαιρ με χυδαίους σκοπούς. Ένα πόδι με φιδίσια χάρη τυλίχτηκε γύρω από την σφιχτή γάμπα της Κλαιρ.

"Ωραία μέρα για λευκό γάμο." Η Κλαιρ διάλεξε να μη σαρκάσει, ξέροντας πως ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να πλησιάσει τα λεπτά εγγλέζικα σφιγμένα χείλη αποδοκιμασίας.

Η Ρουθ ήπιε μια γουλιά από την σαμπάνιά της, που λαμπύριζε σαν τα θαλασσιά της μάτια .

"Πώς στην ευχή έβαλες την σαμπάνια μες στην εκκλησία;"

"Μέσα στην υπερβολικά ελαστική ζαρτιέρα μου. Όμως -" η Ρουθ πετάρισε το ογκώδες φουστάνι της. "Είναι λίγο ξεθυμασμένη. Γαμώ την θερμότητά μου." Χαμογέλασε, τα χείλη της σαρκώδη και τέλεια, για πρώτη φορά όλη μέρα. "Καλά, ήταν τέλεια έμπνευση όταν κουνούσες τον εσταυρωμένο στον Μπαμπά."

Η Κλαιρ αγνόησε την φιλοφρόνηση. "Το έκλεψα απ' τον Πρωτάρη".

Πέραν αυτού, βέβαια, ούρλιαζε το όνομα της Ρουθ, βαρούσε τα βιτρώ, γρονθοκόπησε τον γαμπρό και επιτέθηκε στους καλεσμένους, αλλά αυτό το απέδωσε όλο στην έξαλλη ζήλια της και σαφώς όχι σε ταινία. Αντίθετα με το έργο, όμως, η Ρουθ κι εκείνη δεν απέδρασαν τελικά. Αντ' αυτού έφτασε η αστυνομία και την συνέλαβε ενώ η Ρουθ, θεωρητικά, θα διαπραγματευόταν την απελευθέρωσή της.

Έγειρε πίσω στην θέση της, με σκοπό να αγνοήσει το χέρι της Ρουθ που της χάιδευε την κοιλιά. "Δεν φταίω εγώ που ο εσταυρωμένος ήταν νάνος. Η Επισκοπική εκκλησία δεν τα πάει τα μεγάλα."

"Μμμμμ." Η Ρουθ έρριξε πίσω το κεφάλι τραβώντας μια μεγάλη, άκομψη γουλιά και μετά παθιασμένα κόλλησε το στόμα της στης Κλαιρ γι' αυτό που είναι γνωστό ώς γαλλικό φιλί, αλλά, για την Κλαιρ τουλάχιστον, ήταν πολύ πιο έντονο από πέντε συλλαβές (και που λάθος αποδίδεται σε μια χώρα που λατρεύουν τον Τζέρρυ Λούις). Όπως στα σλαβικά όρη τα γεμάτα άστρα, το ψυχρό υγρό πολιόρκησε το στόμα της ακολουθημένο από την ζεστή ορμητική γλώσσα της Ρουθ, με τις δύο γεύσεις να κονταροχτυπιούνται, ν' αλληλοσυμπληρώνονται, να ενώνονται, να φεύγουν πέραν από την καθαρή αίσθηση προς την ανελέητη ανύψωση και μετά να αποκρυσταλλώνονται στο γεγονός ότι ό,τι και να γινόταν θα ήταν πάντα η πουτάνα της Ρουθ. Και όλοι νομίζουν ότι εγώ είμαι η τρελλή, επειδή είμαι ζωγράφος ενώ αυτή είναι στο χρηματιστήριο.

Της Κλαιρ της κόπηκε η ανάσα. Δισταχτικά τραβήχτηκε, με την γεύση του φιλιού στο στόμα της και το απαλό θρόισμα διαμαρτυρίας που έκαναν τα χείλια τους όταν χώρισαν και το ζεστό χέρι της Ρουθ να της κρατάει τρυφερά τον σβέρκο.

"Ποιός θα τόλεγε ότι σου πάνε τ' άσπρα τόσο πολύ", μουρμούρισε η Κλαιρ.

"Σ' ευχαριστώ αγάπη μου. Κι εσένα σου πάνε πολύ οι χειροπέδες. Το τί ιδέες μου δίνει αυτό!"

Με το που αναφέρθηκαν οι χειροπέδες, θυμήθηκε το σφίξιμο και την αίσθηση της δαγκάνας του αστακού γύρω από τους καρπούς της. ("Σιωπηλή Σονατίνα του Θυμωμένου Καρκινοειδούς Αρθρόποδου", ήταν ο τίτλος που έδωσε στο όραμα στο μυαλό της), πέραν του γεγονότος ότι η τρομακτική φάρσα ίσχυε ακόμα, ότι είχε συλληφθεί από την αστυνομία και ότι η Ρουθ ήταν Κυρία, σύζυγος του Μαρκ Σπότισγουντ. Και με τα δυό της χέρια έσπρωξε οργισμένη την Ρουθ. "Πού να το φανταστώ ότι θα τραβούσες την κωλοπρωταπριλιά σε τέτοια άκρα;

Τα μάτια της Ρουθ γούρλωσαν με περίεργη αθωότητα. "Αχ, Κλαιρ, μη φωνάζεις. Μη θυμώνεις." Προσπάθησε να ισιώσει τα ατίθασα μαλλιά της ερωμένης της. Ένα μέρος, στην αριστερά πλευρά του κεφαλιού της Κλαιρ, ήταν εξαιρετικά οργισμένο και έξαλλο, ίσως γιατί η μητέρα του γαμπρού φάνηκε τυχερή και την έπιασε επαγγελματικά από τις Ρεβλόν ρίζες της κατά την διάρκεια της ιεροτελεστίας του σαματά.

"Να μη θυμώνω; Να μη θυμώνω; Μόλις παντρεύτηκες!"

"Δεν θα είναι για πολύ αγάπη μου. Για κανένα χρόνο περίπου για να φανεί πιστευτό. Η Μαμά και ο Μπαμπάς το ήθελαν πολύ και εκείνος νομίζω το κάνει για τα λεφτά - είναι γκέι ούτως ή άλλως, δεν έχει απλώσει δάχτυλο πάνω μου και μου σχεδίασε και το νυφικό! Τόξερες ότι ο Όσκαρ Γουάιλντ σχεδίασε το νυφικό της γυναίκας του, άσε που έκανε και τις βέρες τους; Κι εκεινής ποτέ δεν της έκοψε ότι ήταν πούστης; Μη μου πεις ότι αυτά δεν τον πρόδιδαν όσο και τ' αγόρια που έπαιρνε!" Η Ρουθ ξαφνικά σταμάτησε το εγκώμιο του Όσκαρ, όταν οι γυρτοί ώμοι της Κλαιρ άρχισαν να τρέμουν και να δονούνται. Όπου νάναι θάρχιζε ο θρήνος, συνειδητοποίησε. Της ήταν αβάσταχτο όταν η Κλαιρ έκλαιγε, κι ακόμα πιο πολύ όταν το είχε προκαλέσει η ίδια.

"Όχι, όχι, σε παρακαλώ." Άρχισε να φιλάει το μέτωπο της Κλαιρ, τα φρύδια της, τα μάγουλά της και ειδικότερα αυτά τα μισόκλειστα, νυσταγμένα, σέξυ, αλμυρά βλέφαρά της, με φιλιά αρωματισμένα από σαμπάνια. Αλλά παρ' όλ' αυτά τα μέτρα, η Κλαιρ ξέσπασε σε κλάματα. Η Ρουθ σούφρωσε το στόμα της από την στενοχώρια. Ένοιωσε φαγούρα σ' όλο της το σώμα και κατάλαβε ότι ήταν οι ενοχές της που την βασάνιζαν ως συνήθως. Η συνείδησή της πάντα έτσι της έδινε το παρόν. Πριν από χρόνια όταν είχε καταχρασθεί λεφτά από την Οργάνωση για την Διάσωση της Φάλαινας, ξυνόταν χειρότερα από ουρακοτάγκο με έκζεμα.

"Ρ-Ρουθ," στέναξε η Κλαιρ. Έμοιαζε σαν παιδάκι όταν έκλαιγε, το προσωπάκι της πρησμένο κατακόκκινο, και αν ο Αστυφύλακας Καρβουνόμπατσος πρόσεχε τώρα θα έβλεπε ότι φαινόταν πολύ μικρότερη από 31. "Δεν το αντέχω άλλο. Θα με τρελλάνεις."

"Συγχώρεσέ με. Αστείο ήταν. Νόμιζα ότι θα είχε πλάκα."

"Μα Ρ-Ρουθ," είπε με λόξυγκα η Κλαιρ.

Ένας αντίχειρας σταμάτησε ένα ξέμπαρκο δάκρυ στο μάγουλο της Κλαιρ. "Τί, αγάπη μου;"

"Έχεις-έχεις κάνει μπούκλες." Η Κλαιρ ξανάρχισε να σπαράζει στο κλάμα.

Η συντριμμένη νύφη αναστέναξε. "Το ξέρω. Έσφαλα. Δεν έπρεπε ν' αφήσω τον κύριο Τζίμμυ να πλησιάσει ούτε στο 1 μέτρο απ' το μαλλί μου.' Έβγαλε ένα μαντήλι από τον κόρφο της και στέγνωσε το πρόσωπο της Κλαιρ. "Πώς μ' αρέσει όμως αυτό το φουστάνι," μουρμούρισε. "Δεν είναι καταπληκτικό; Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που το είδα ότι ήταν για μένα. Ήξερα ότι θα σε τρέλλαινε και ότι θα περνούσαμε υπέροχα βγάζοντάς το. Είναι - πώς να το πω - έτσι είμαι. Δεν μπορούσα να με σταματήσω. Έπρεπε να το βάλω σε χρήση. Έπρεπε να το κάνω μέχρι τέλους."

"Αυτό είναι χειρότερο από την ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο," μυξόκλαψε η Κλαιρ. Την περσινή Πρωταπριλιά ενώ θα πηγαίνανε Παρίσι με ιδιωτικό αεροπλάνο, κατέληξαν να πέφτουν με αλεξίπτωτο στον Ατλαντικό. Ακόμα δεν έχει αποφασίσει αν η εμπειρία του να κάνεις έρωτα σε σχεδία διάσωσης άξιζε το έγκαυμα στον κώλο της. Αναστενάζοντας, ακούμπησε το κεφάλι της στον κόρφο των 3.000 δολαρίων. "Γιατί δεν διάλεξες εμένα; Θα σε είχα παντρευτεί αν μου το ζήταγες." Την ώρα που τόλεγε αυτό, και η ίδια από τον ίδιο της τον αμυντικό τόνο της φωνής της κατάλαβε ότι η Ρουθ τώρα θα την έλειωνε.

Η Ρουθ μούγκρισε. "Δεσποινίς Μη Με Δεσμεύετε."

"Δεσποινίς Δεν Φοβάμαι Τίποτα," κατάφερε ν' ανταποδώσει η Κλαιρ με την μύτη της βαθιά εμπεδωμένη στο ντεκολτέ σαν αγριογούρουνο που ψάχνει για τρούφες.

"Μην αλλάζεις θέμα!" γάβγισε η νύφη.

Η Κλαιρ ανακάθισε θυμωμένη, "Ποιό είναι το θέμα; Α, για περίμενε, κάτι μούρχεται." Έκλεισε τα μάτια και άγγιξε το μέτωπό της μιμούμενη αποτυχημένο μέντιουμ. "Το θέμα μου είναι ότι είσαι παρανοϊκή."

"Μή ρίχνεις τα θέματά σου στα διανοητικά μου προβλήματα!" φώναξε η Ρουθ, αντιλαμβανόμενη με στενοχώρια αυτό που μόλις είχε παραδεχτεί. Άλλαξε τον τόνο της φωνής της θυμίζοντας εκείνη την συνέντευξη του Κίσσιγγερ. "Σε μία αποκλειστική συνέντευξη με την Άλισον στις αρχές του φετινού χρόνου, μάθαμε ότι την κοπανίσατε από την τελετή που θα ανταλλάσατε όρκους αιώνιας αγάπης δύο μέρες πριν λάβει χώρα. Το αρνείσθε;"

Η Κλαιρ μαζεύτηκε, επιτέλους συμπεριφερόμενη σαν να είχε κάνει όντως το έγκλημα για το οποίο έπρεπε να της φορέσουν χειροπέδες. "Εμ-"

"Και η Τρέισυ; Μη την ξεχνάμε την Τρέισυ. Θα συγκατοικούσες μαζί της. Τί συνέβη ή πρέπει να στα θυμίσω εγώ;"

Δεν χρειαζόταν να της τα θυμίσει. Η Κλαιρ θυμόταν πολύ καλά πώς ξεκίνησε να πάει στο διαμέρισμα της Τρέισυ στο Σόχο και κατέληξε να κάνει αναστροφή στην εθνική για να καταλήξει στην Σάντα Μόνικα όπου έμεινε στην παραλία για βδομάδες μέχρι να βρει το κουράγιο να γυρίσει στην Νέα Υόρκη. Γυρίζοντας άλλαξε όνομα (Κλαιρ ντε Λούνα) για δυο μήνες και προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πλαστογραφήσει τον θάνατό της. Ακόμα και μετά απ' όλ' αυτά τα χρόνια δεν της προκαλούσε έκπληξη το ότι όποτε συναντιόντουσαν στον δρόμο η Τρέισυ έφτυνε. "Εντάξει, εντάξει!" φώναξε η Κλαιρ. "Κέρδισες."

Έμειναν να κοιτάζονται και οι δύο ανοιγοκλείνοντας μπερδεμένες τα μάτια τους.

"Τί κέρδισα;" ρώτησε η Ρουθ.

Η Κλαιρ απέφυγε ν' απαντήσει. "Δ-δεν ξέρω."

"Πες μου τώρα, αλλιώς δεν θα σε πάρω μαζί μου στο ταξίδι του μέλιτος."

"Εντάξει!" Η Κλαιρ κοίταξε πάνω ελπίζοντας να δει τους ουρανούς με την ατέρμονη σοφία τους, αλλά αντ' αυτού είδε την γκρίζα οροφή του αυτοκινήτου με ένα λεκέ στο σχήμα της Κούβας, μάλλον από αίμα, σκέφτηκε αφηρημένα. "Σ' αγαπώ, θα μείνω μαζί σου, θα σε παντρευτώ, θα σου κάνω παιδιά, θα πάρω τ' όνομά σου-αν και δεν μ' αρέσει να με λένε Κλαιρ Ζιγκμούντοβιτς - θα γίνω η νοικοκυρά του σπιτιού σου. Ό,τι θέλεις Ρουθ. Ό,τι θέλεις."

Το πρόσωπο της Ρουθ έλαμψε. "Αλήθεια το λες;"

"Ναι."

"Κούκλα μου!" η Ρουθ προσπάθησε ν' ανέβει στα γόνατα της Κλαιρ, αλλά τελικά συμβιβάστηκε με ένα πιο λογικό μπαλαμούτιασμα αρπάζοντας το λαιμό της Κλαιρ σε κεφαλοκλείδωμα μέχρι πονοκεφάλου. "Σ' αγαπώ."

"Κι εγώ σ' αγαπώ. Θ' αποσύρεις την καταγγελία τώρα;"

"Θα τρελλαθείς με την λίστα γάμου, Κλαιρ. Ό,τι μαλακία θές μας φέρανε, αν και θα τσακωθούμε με τον Μαρκ για την μηχανή του καπουτσίνο."

"Έχει καφετέριες σε κάθε γωνία."

"Δηλαδή μ' αγαπάς;"

"Σ' αγαπώ. Τέλεια και ολοκληρωτικά."

"Τότε δεν σε πειράζει να σε πάει μέσα;" Η Ρουθ έδειξε με τον αντίχειρα προς την κατεύθυνση του αμβλύνοα Αστυφύλακα Καϊκόμπατσου.

"Τί;" τσίριξε η Κλαιρ.

Η Ρουθ της χάιδεψε το μάγουλο. "Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ευτυχισμένο θα κάνει τον Μπαμπά. Νομίζω ότι θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει την εχθρικότητά του απέναντί σου."

"Μα-" Γαμώ το, μη με φιλάς πάλι και χάνομαι. Η Κλαιρ ανέπνευσε πνιγμένα. "Μα," ξανάρχισε πάλι, "γιατί με μισεί;" Απλώς ήρθες απρόσκλητη και κυριολεκτικά διέλυσες τον πανάκριβο γάμο της κόρης του που του τίναξε τον λογαριασμό του στον αέρα, ζώον. "Νόμιζα ότι με συμπαθούσε."

"Ε, ναι. Σε συμπαθούσε. Μέχρι που του είπα ότι με διακόρευσες."

"Ρουθ, έχεις πηδήξει το μισό Μανχάτταν. Γιατί τούπες κάτι τέτοιο;"

"Για να τον κλονίσω. Έπρεπε να τον κάνω να δει πόσο σημαντική μου είσαι."

"Η λογική δεν είναι κάτι που έχεις βρει στο δρόμο σου ποτέ, έτσι δεν είναι;"

"Θα πληρώσω την εγγύηση αργότερα, μετά την δεξίωση."

Η απάντηση αυτή έκανε ολοφάνερο το πώς δούλευε το μυαλό της Ρουθ και απλώς επικύρωσε αυτό που η Κλαιρ ήξερε ήδη.

"Θα σου μείνει χρόνος να φτιάξεις τις βαλίτσες σου για την Κορσική. Μην ανησυχείς, βρήκα το διαβατήριό σου και τις δραμαμίνες σου. Θα είναι υπέροχα -εμ, εκτός απ'την πτήση. Αλλά θα σου αρέσει πολύ ο Μαρκ, αγάπη μου, έχει ΤΟ γέλιο. Κάνει την καλύτερη Κάρολ Τσάννιγκ που έχω δει ποτέ!"

Μέσα σε ένα φτερούγισμα δαντέλλας και μεταξιού, η Ρουθ κυλίστηκε έξω απ' το αυτοκίνητο, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Αυτή την φορά, προφανώς, το να πιαστεί η ουρά του νυφικού στην πόρτα δεν έγινε επίτηδες και η Κλαιρ γούρλωσε με φρίκη τα μάτια της καθώς η Ρουθ έσκασε σαν καρπούζι στο έδαφος. Ο σαστισμένος αστυνομικός την βοήθησε να σηκωθεί και βιαστικά απελευθέρωσε το φόρεμα ανοίγοντας και κλείνοντας πάλι την πόρτα.

Η Ρουθ της έκανε ότι όλα είναι εντάξει με τον αντίχειρά της και της πρόσφερε ακόμα ένα παρανοϊκό χαμόγελο.

Η Κλαιρ προσπάθησε ν' ακούσει την πνιχτή κουβέντα ανάμεσα στην ερωμένη της και τον Αστυφύλακα Κακαβόμπατσο. Ευτυχώς υπήρχε έλεος και δεν κράτησε πολύ και πριν το καταλάβει η Ρουθ έτρεχε (με ψηλά τακούνια κιόλας) πίσω στην εκκλησία καθώς ο Αστυφύλακας Κρεπόμπατσος κάθησε στο τιμόνι του περιπολικού και έβαλε μπρος.

Το αυτοκίνητο ξεχύθηκε στην εμβρυακή ακόμα ώρα αιχμής. "Ε!"

Σήκωσε το κεφάλι της στο άκουσμα της άξεστης φωνής του και είδε τα καστανά του μάτια, γεμάτα ντροπαλή κατανόηση, να την κοιτάνε από το καθρεφτάκι.

"Θέλεις το υπόλοιπο τοστ μου;"

Η Κλαιρ χαμογέλασε. Άρχισε να σφυρίζει.

Αναγνώρισε την μελωδία. "Α, ναι: η μεγαλειοτάτη είναι μια χαρά κορίτσι..."

Το αυτοκίνητο έστριψε και επιτάχυνε.

"Δεν μπορείς να διανοηθείς," απάντησε.


Τέλος




back to writers
τοποθεσία της συγγραφέως
home