
Με τα δεκάποντα τακούνια φτάνει κοντά τα δύο μέτρα. Δύο πόδια ατελείωτα, σμιλεμένα σε ηλιοκαμένο μάρμαρο, κορσέ δερμάτινο, τρύπα στον καβάλο, κρίκο στο αριστερό σαρκώδες χείλος του αιδοίου, θηλές σηκωμένες όρθιες σαν νάχουν μόλις σκίσει τον κορσέ και πεταχτεί έξω, αλαβάστρινο λαιμό και ένα κεφάλι θεάς. Τα γαλάζια μάτια σχεδόν μωβ από το μένος και τον πόθο πετάνε κεραυνούς και τα μακριά, κατάμαυρα, στιλπνά μαλλιά κολλάνε από τον ιδρώτα στους κροτάφους. Η καμτσικιά έπεσε σχίζοντας τον αέρα. Η ξανθιά με τα σκούρα μάτια με δεμένα τα δυο της χέρια στα μπρούζινα κάγκελα του κρεβατιού μπρούμυτα αναστέναξε από ηδονή. Ένα κόκκινο χ σχηματίστηκε ξαφνικά στο αριστερό ημισφαίριο του τέλειου κώλου της. Το δεξί είχε ήδη ένα λαμπερό κατακόκκινο χ σμιλεμένο καθώς και ίχνη από παλαιότερα σμιλέματα. Το κεφάλι της γύρισε απότομα πίσω από το τράβηγμα στα μαλλιά της. Ένοιωσε να την καβαλάει ένα πλημμυρισμένο μουνί. Τα βογκητά από πίσω της δίναν καθαρά το μήνυμα της επικείμενης κορύφωσης. Άρχισε κι εκείνη να σπρώχνει δυνατά τους γοφούς της ρυθμικά ενάντια στο μουνί. Σε λίγο ήρθαν οι σπασμοί και η δεμένη ξανθιά ένοιωσε και την δική της κλιμάκωση να τη πλημμυρίζει. Λίγο πριν χύσει όμως, το υπέροχο σώμα τελειωμένο σηκώθηκε από πάνω της και γονάτισε λαχανιασμένο στο κρεβάτι να πάρει ανάσα. Η Κυβέλη τελείωσε μόνη της. "Φτάνει" άκουσε ένα μούγκρισμα από πίσω της. Η Κυβέλη γύρισε και αντίκρισε
το θέαμα που δεν έπαυε ποτέ να της κόβει την ανάσα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια
της καταβροχθίζοντας την εκπληκτική εικόνα. "Είσαι υπέροχη Ντέλλα" ψιθύρισε.
Ένα χαστούκι ήταν η απάντηση.
1"Κάθετος στη Σκουφά. Κάθετος στη Σκουφά" σιγομουρμούριζε σαν βουδιστική μάντρα η Ντέλλα περπατώντας με βλέμμα όλο ανησυχία. "Ποιά; Ποια κωλοκάθετο εννοούσε;" είπε και σταμάτησε στην αρχή της Μαυρομιχάλη. Στο μυαλό της ανάτρεξαν τα λόγια του Χριστίδη. ¨ "Κάπου σε μία κάθετο στη Σκουφά το είδα. Τί να σας πω.", η φωνή του έσβησε καθώς πρόσθεσε "είχα καπνίσει κάτι παραπάνω βλέπετε". Χαμογέλασε αμήχανα. Η Ντέλλα τον κοίταξε έντονα με τα απίστευτα γαλανά της μάτια. "Σαν γαλάζιο ατσάλι" σκέφτηκε ο Χριστίδης. "Ν' ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν", είπε γέρνοντας μπροστά και ακουμπώντας τα χέρια της στην άκρη του γραφείου. "Χθες τα μεσάνυχτα, ή στη μία ή στις δύο το πρωί, κατεβαίνοντας μία κάθετο της Σκουφά, είδατε ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλε ή μαύρου ή μωβ σκούρο με πινακίδες που αρχίζαν από Υ και τελειώναν σε 8 να σταματάει, μία πόρτα του ν' ανοίγει, να βγαίνει ένας ψηλός κύριος ντυμένος με τζην και μπλουζάκι άσπρο ή μπεζ ή γαλάζιο, να τρέχει πίσω από το αυτοκίνητο, ν' ανοίγει το πορτμπαγκάζ, να βγάζει ένα σώμα με ξανθά μαλλιά δεμένο και φιμωμένο, να το εναποθέτει άγαρμπα στο πεζοδρόμιο σχεδόν πάνω στα σκουπίδια, να ξαναμπαίνει στο αυτοκίνητο και να εξαφανίζεται. Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν δύο ή τρία άτομα κι αυτός μπορεί να ήταν ο οδηγός ή ο συνοδηγός. Επίσης μπορεί να ήταν και ένα άτομο, αλλά δεν το νομίζετε. Καλά τα λέω ως εδώ;" Ο Χριστίδης την κοίταξε λίγο αποσβολωμένος. "Με ειρωνεύεστε" είπε. "Όχι προς Θεού", είπε η γυναίκα και σηκώθηκε. 'Είναι πανύψηλη' σκέφτηκε με κομμένη την ανάσα, 'και θεογκόμενα'. "Έχετε κάποια ολλανδική καταγωγή;" την ρώτησε με χαμηλή φωνή. Η Ντέλλα τον κοίταξε με απορία για την άσχετη ερώτηση. "Ε;" είπε κοιτώντας τον συνοφρυωμένη. "Τί σχέση έχει αυτό;" "Όχι, συγγνώμη, δεν ήθελα να σας αποσπάσω την προσοχή. Απλώς είστε πολύ ψηλή. Στην βόρεια Ευρώπη έχω δει τόσο ψηλές γυναίκες." "Όχι, καμία σχέση." είπε η Ντέλλα απότομα και άρχισε να περπατάει πάνω κάτω σκεφτική. "Μετά πλησιάσατε το ακίνητο σώμα στο πεζοδρόμιο, το οποίο ήταν μία ξανθιά νεαρή γυναίκα, και γονατίσατε τρέμοντας μη ξέροντας τί να κάνετε. Ήταν ή νεκρή ή λιπόθυμη κατά την γνώμη σας." Ο Χριστίδης έγνεψε καταφατικά την ώρα που άδειαζε το ποτήρι του με την Κόκα Κόλα. Η κίνηση τον έκανε να πνιγεί και άρχισε να βήχει. "Συγγνώμη", είπε δακρυσμένος απ' το πνίξιμο. Η Ντέλλα ούτε που τον είχε ακούσει. "Και μετά πήγατε να βρείτε κάποιον να σας βοηθήσει. Κι όταν γυρίσατε η κοπέλα είχε εξαφανιστεί. Την είχατε λύσει εσείς;". "Όχι", είπε βραχνά ξεροβήχοντας πνιγμένος ακόμα. "Και έχετε καμία ιδέα μετά από πόση ώρα γυρίσατε;" "Εμμμ, ίσως μισή, τρία τέταρτα. Δεν έβρισκα κανένα", είπε λίγο ενοχλημένος. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα να ηρεμήσει λίγο, η Ντέλλα γύρισε και τον κοίταξε κατάματα. "Πείτε μου τώρα, κύριε Χριστίδη" μούγκρισε στους πιο βαθείς τόνους της. "Τί θέλετε να κάνω εγώ με αυτή την απίστευτη ιστορία, η οποία σας κόλλησε στο μυαλό έχοντας καπνίσει ένα μποστάνι φούντα;" Ο Χριστίδης σηκώθηκε κι αυτός και ανασήκωσε τους ώμους του. Ενώ την είχε προβλέψει αυτήν την ερώτηση και είχε προετοιμάσει την απάντηση ήξερε ότι ο κίνδυνος να μη γίνει πιστευτός ήταν μεγάλος. Αναστέναξε απαλά και είπε: "Ακούστε κυρία Νιώτου, δεν είμαι ηλίθιος. Κι εγώ στη θέση σας έτσι θ' αντιδρούσα. Τις αντιδράσεις μου στη φούντα όμως τις ξέρω αρκετά καλά. Λεπτομέρειες μου είναι αδύνατον να θυμηθώ και μπερδεύω μέρη, ονόματα κλπ. Αλλά δεν έχω βρεθεί ποτέ σε κατάσταση να μη θυμάμαι κύρια γεγονότα." Η Ντέλλα τον κοίταξε και ένοιωσε τον θυμό της να εξανεμίζεται. 'Έχει δίκιο. Δεν είναι ηλίθιος.' "Καθίστε κύριε Χριστίδη. Συγγνώμη για την συμπεριφορά μου." Ο νεαρός άντρας χαμογέλασε ανακουφισμένος. "Θέλω να σας ρωτήσω όμως πραγματικά γιατί θέλετε να το ψάξετε το θέμα και δεύτερον γιατί ήρθατε σ' εμένα." "Φυσικά και θέλω να το ψάξω. Μιλάμε η μικρή ήταν μία κούκλα και ...", συνέχισε κομπιάζοντας, "δεν έχω ξαναδεί τέτοια σκηνή. Μόνο στα έργα...". Η Ντέλλα χαμογέλασε συγκαταβατικά. "Δυστυχώς κύριε Χριστίδη εγώ έχω δει τέτοιες σκηνές". "Στην Αθήνα;" ρώτησε απορημένος. "Στην Αθήνα", απάντησε ήρεμα η ντετέκτιβ. Ο Χριστίδης κάθισε ξεφυσώντας στην πολυθρόνα του. Πέρασε κάποια ώρα χωρίς να μιλάει κανένας. "Έχετε καμιά ιδέα εσείς για την υπόθεση; Να πάω στην αστυνομία; Και η φούντα; Το φαντάζεστε να κάθομαι να τα εξηγώ όλ' αυτά στον μπάτσο; Να τ' αφήσουμε λέτε;" Η Ντέλλα δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλος της. "Αν μου τα είπατε όλα, αφήστε να δω μπας και βγάλω καμιά άκρη. Άμα είναι θα σας ειδοποιήσω σε κάνα δυο εβδομάδες. Και τότε βλέπουμε. Έχετε τίποτ' άλλο;" "Εμμμ, όχι. Απλώς η φίλη μου που σας σύστησε μου είπε να σας δώσω χαιρετίσματα." Τα καλλίγραμμα, μαύρα φρύδια της μεγαλόσωμης γυναίκας ανασηκώθηκαν. "Για την Γεωργία λέω, την Ιωάννου, με το τατουάζ στο μπράτσο; Μια γοργόνα;" Η Ντέλλα έκανε κάτι τελείως αναπάντεχο. Ξέσπασε στα γέλια. Ο Χριστίδης την κοίταζε χαμογελώντας. 'Καλύτερα να μη πω στη Γεωργία ότι ξεράθηκε στα γέλια με το που είπα τ' όνομά της', σκέφτηκε. "Συγγνώμη", είπε η Ντέλλα, σκουπίζοντας τα μάτια της από τα δάκρια. "Την τελευταία φορά που την είδα, εμμ... πώς να το πω, η κατάσταση ήταν λίγο αστεία", συνέχισε λίγο ντροπιασμένη για το φέρσιμό της. 'Το κάνατε στις τουαλέτες του αστυνομικού τμήματος, μπήκε η μπατσίνα και σας έπιασε κι εσύ τη κοπάνισες αφήνοντάς την να εξηγεί ότι δεν προσέβαλε την δημόσια αιδώ με το παντελόνι κατεβασμένο στους αστράγαλους της να κρατάει τον νιπτήρα κι εσένα να τρίβεσαι στον κώλο της.' Η Ντέλλα είδε τον Χριστίδη σκεπτικό και κατάλαβε ότι ήξερε. Αυτό την συνέφερε αμέσως. Τα θαλασσιά μάτια της πάγωσαν και σηκώθηκε απότομα. "Σε δυο τρεις βδομάδες το πολύ θα σας πάρω τηλέφωνο", είπε και θυμωμένη τον οδήγησε στην πόρτα. "Γεια σας". Η πόρτα βρόντηξε πίσω του πριν προλάβει να πει τίποτα. 2Σε μία γκαρσονιέρα στη Κυψέλη μια μικροκαμωμένη μορφή κειτόταν κουλουριασμένη σ' ένα ξέστρωτο κρεβάτι. Μεγάλα πράσινα μάτια ήταν καρφωμένα στο κενό. Ίχνη από δάκρια φαινόντουσαν στα μάγουλα του ωραίου προσώπου. Το δεξί χέρι έσφιγγε το σεντόνι στο στήθος και το αριστερό κρεμιόταν ακίνητο στο πλάι του κρεβατιού. Ένας δυνατός θόρυβος εξάτμισης από τον δρόμο έκανε τη μικρόσωμη γυναίκα να πεταχτεί. Αυτό ήταν αρκετό για να ξαναρχίσουν τα δάκρια. Με ένα βαθύ αναστεναγμό η κοπέλα σκούπισε τα μάτια της και σηκώθηκε απ' το κρεβάτι. Το λεπτό σώμα σταμάτησε ακίνητο στη μέση του σχεδόν ανύπαρκτου διαδρόμου. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε αργά. Άναψε θερμοσίφωνο και πήγε στη κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Απλώνοντας το χέρι είδε τις μελανιές στον καρπό της. Τον άγγιξε ελαφρά και αναστέναξε από τον πόνο. Κοίταξε μέσα από το διάφανο νυχτικό της και είδε πολλά σημάδια. 'Μάλλον πρέπει να εξαφανιστώ από προσώπου γης για δυο βδομάδες. Και τί θα πω στην Καίτη;' Η σκέψη και μόνο της έφερε ανατριχίλα και κάθισε κρατώντας σφιχτά τα μπράτσα της. Τα θυμωμένα σκούρα μάτια της γκόμενάς της της ήρθαν στο μυαλό. Και μόνο στη σκέψη της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. 'Δε με χέζει κι αυτή.' Κοίταξε την καφετιέρα που δεν είχε καν αποφασίσει να πάρει μπρος ακόμα και αποφάσισε να μπει στο μπάνιο πρώτα. Έβγαλε το νυχτικό της και τα δύο γεμάτα στήθη της τρεμόπαιξαν με τη κίνηση. Μπήκε στη μπανιέρα και άνοιξε το ντους. Πετάχτηκε από το κρύο νερό που την έλουσε και έφτιαξε γρήγορα τη θερμοκρασία. Σήκωσε το ξανθό κεφάλι της προς τη πηγή του νερού και έκλεισε τα μάτια της. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε κάπως καλά μετά από το εφιαλτικό εικοσιτετράωρο. Αναστέναξε και συνέχισε να δέχεται ακίνητη την κάθαρση του υγρού στοιχείου. Άνοιξε τα μάτια της και το βλέμμα της έπεσε δειλά στους καθρέφτες που είχε επενδύσει το μικρό της μπάνιο. Είδε τα ολοστρόγγυλα ημισφαίρια του πισινού της χαρακωμένα χιαστί με δυνατές κατακόκκινες χαρακιές. Ακούμπησε το τρυφερό δέρμα και απόρησε που δεν την πονούσαν. Γύρισε τη πλάτη της και περιεργάστηκε προσεκτικά όσο μπορούσε τα πόδια της και τους ώμους της. Οι κλειδώσεις της πονούσαν αλλά ευτυχώς ήταν αρκετά αθλητική και είχε αντέξει την οδυνηρή στάση που είχε μείνει για ώρες. 'Πώς και δεν έπαθα καμία εξάρθρωση', αναρωτήθηκε δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. Ένοιωσε τα δάκρυα να τρέχουν μαζί με το νερό. Κοίταξε κάτω το στήθος
της και εικόνες από εκείνη να τελειώνει πάνω της την βομβάρδισαν αναλέητα.
Πιάστηκε από τον τοίχο μπροστά της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Άρπαξε
το σφουγγάρι, άδειασε μισό μπουκάλι αφρόλουτρο και με μανία έτριβε έτριβε
έτριβε... δεν την ένοιαζε ούτε ο πόνος στους καρπούς της, ούτε στα στήθη
της ούτε τίποτα.
Όταν έφτασε στο ξανθό μουνί της σταμάτησε. Με πίκρα σκέφτηκε την αδιαφορία της γι' αυτό. 'Τίποτα δεν μούκανε. Λες και ήμουν απλά ένα από τα όργανά της.' Ξαφνικά το νερό κρύωσε και αναπήδησε. Δεν βγήκε όμως. Μετά το πρώτο σοκ ένοιωσε την αναζωογονητική του δύναμη να την κυριεύει. Νοιώθοντας καλύτερα βγήκε από το μπάνιο. Πήγε στη κουζινίτσα και έβαλε καφέ. Το μυαλό αναζωογονημένο κι αυτό από το ντούς πήρε μπρος. Μπερδεμένο όμως δεν ήξερε τί να σκεφτεί. Γύριζε αλλοπρόσαλλα από τη μία σκηνή στην άλλη. Πήρε τη χτένα και άρχισε να ξεμπερδεύει τα κοντά ξανθά μαλλιά της με μανία. Αλυσίδες, ταβάνια, χειροπέδες, μαστίγια χορεύαν ξέφρενα μπροστά της. Πέταξε τη χτένα και άρπαξε το φλιτζάνι της. Τράβηξε μια καυτή γουλιά και άρχισε να βήχει. Σηκώθηκε. 'Αν δεν ηρεμήσω θα τρελλαθώ. Θα τα βάλλω όλα σε μια σειρά και θα τα αντιμετωπίσω όπως τους αρμόζει. Με ψυχραιμία και απόσταση.' Και με τούτη τη σκέψη τα γόνατά της λύγισαν, έπεσε στο πάτωμα και άρχισε να ουρλιάζει υστερικά. 'Τίποτα δεν μούκανε η πουτάνα. Δεν ήμουν τίποτα γι' αυτή. Τίποτα. Με πέταξε σαν σακούλα σκουπιδιών. Και με πέταξε και στα σκουπίδια', ούρλιαξε στην θύμιση του πού ήτανε όταν συνήλθε. Νοιώθοντας απόλυτα εξευτελισμένη για πρώτη φορά στη ζωή της τράβηξε μία γροθιά στο πόδι του τραπεζιού. Της κόπηκε η ανάσα απ' τον πόνο και μεμιάς συνήλθε. 'Ηρέμησε κούκλα μου', είπε στον εαυτό της. 'Έφαγες μια πρώτης τάξεως ροχάλα στην μούρη. Δεν χάθηκε ο κόσμος. Να λες πάλι καλά που βγήκες με πέντε μελανιές απ' αυτή την ιστορία. Πες ότι μαζί με το σώμα σου μελάνιασε και η αξιοπρέπειά σου. Δεν είναι τίποτα. Θα περάσει. Θα περάσει.' Επαναλαμβάνοντας τα συνέχεια στο μυαλό της, άρχισαν τα λόγια να πιάνουν τόπο. Κάθισε, πήρε τον καφέ στα χέρια της και με βαθιές ανάσες μπόρεσε να ελέγξει την κραυγή της πληγωμένης της ψυχής. Τουλάχιστον για τώρα. |